Κάλαντα Λαζάρου
Πού ‘σουν Λάζαρε, πού η φωνή σου
όπου σε έκλαιγαν οι αδερφοί σου;
Ήμουνα στη γη παραχωμένος,
και με τους νεκρούς ανταμωμένος.
Τα χεράκια μου σταυροδεμένα,
τα ποδάρια μου αγναντισμένα.
Τα ματάκια μου γιομάτα δάκρυ,
και το στόμα μου πικρό φαρμάκι.
Κι ήρθεν ο Χριστός και ξύπνησέ με,
κι απ’το μνήμα μου εσήκωσέ με.
Ήρθ’ ο Λάζαρος, ήρθαν τα βάγια,
ήρθ’ η Κυριακή που τρων’ τα ψάρια.

