AUDIO ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΕΤΧΝΙΑΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΜΙΚΡΕΣ ΑΛΗΘΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Η Μυρσίνη της Παιδόπολης.. Αληθινές Ιστορίες..Γεωργία Σταυριανέα

H Μυρσίνη της Παιδόπολης

Αφήγηση: Γεωργία Σταυριανέα

Ήμουν μόνο οκτώ χρονών εκείνο το πρωινό του Νοέμβρη. Φορούσα ένα παλιό μακό φόρεμα, ξυπόλητη, με τα μαλλιά πλεγμένα πρόχειρα σε δυο πλεξούδες που είχαν αρχίσει να λασπώνουν από το χώμα..

Στην αρχή δεν είχα καταλάβει καλά τι γινόταν, μόνο ότι η μάνα μου με έσφιξε στην αγκαλιά της τόσο δυνατά που με πόνεσε, κι ύστερα με άφησε απότομα, έτσι όπως αφήνει κανείς κάτι που δεν ξέρει αν θα το ξαναδεί ποτέ.

Το χωριό μου ήταν χωμένο μέσα στα βουνά της Θεσσαλίας, ζούσα την κάθε μέρα μου μέσα στο φόβο. Τις νύχτες ακούγονταν πυροβολισμοί, η μάνα με έχωνε προστατευτικά κάτω από την κουβέρτα λες και η κουβέρτα θα μπορούσε να με προστατέψει από τον πόλεμο..

Τη μέρα οι άντρες όλοι έλειπαν, όσοι βέβαια δεν είχαν χαθεί ήδη, στο βουνό ή στη φυλακή.

Εκείνο το πρωί ένα φορτηγό σταμάτησε στη γειτονιά μας.  Κάποιες γυναίκες από τη γειτονιά κρατώντας τα παιδιά από το χέρι τα οδήγησαν στο φορτηγό.

Όλα γινόταν βουβά, τα κλάματα ήταν αθόρυβα, σαν να είχε γίνει κάποια συμφωνία.

Είπαν πως θα μας πάνε σε μια παιδόπολη, θα είμαστε ασφαλείς, μαζί με άλλα παιδιά, όπου θα είχαμε κρεββάτι, φαγητό, σχολείο και κυρίως ασφάλεια..

Η μάνα μου η κυρά Λένη έκανε το σταυρό της και με φίλησε στο μέτωπο. «Να σωθείς τουλάχιστον εσύ παιδί μου, να σωθείς Μυρσίνη μου..» Αυτή ήταν όλη κι όλη η εξήγηση  που μου έδωσε για όλο αυτό..

Εγώ δεν κατάλαβα και πολύ τι  ακριβώς σήμαινε αυτό. Δεν διαμαρτυρήθηκα όμως, δεν είχα και κουράγιο, ήμουν αδύναμη και πολύ φοβισμένη. Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα αλλά δεν αντέδρασα, ήξερα άλωστε ότι δεν είχε νόημα να το κάνω.. Μόνο κράτησα το μαντήλι που μου έδωσε η μάνα μου, και με τα μάτια γεμάτα δάκρυα έγειρα κι αποκοιμήθηκα πάνω του όσο το φορτηγό κουνιόταν στον κακοτράχαλο δρόμο..

Στο ίδιο φορτηγό ήταν και ο Μιχαλάκης της κυρά Φώφης. Εκείνος κρατούσε στα χέρια του σφιχτά ένα μικρό κουτάκι που του είχε δώσει η μαμά του και κοιτούσε αμίλητος το πάτωμα. Ήταν η τελευταία φορά που τον είδα. Τα αγόρια τα πήγαιναν σε άλλο μέρος..

Τις είχα ακούσει ένα πρωί στην κουζίνα μας να μιλάνε χαμηλόφωνα με ραγισμένες φωνές, είχα καταλάβει ότι λέγανε κάτι στενάχωρο και προσπάθησα να κρυφακούσω.. ρουφούσαν τη μύτη τους κλαίγανε…

Είχα ακούσει να λένε ότι ήταν καλλίτερα να μας στείλουν εκεί, γιατί θα ήταν μέσα στην χώρα.. και θα μας εύρισκαν πιο εύκολα όταν θα έφτιαχναν τα πράγματα.

Αν δεν μας έστελναν εκεί θα μας έπαιρναν οι «άλλοι», θα μας πήγαιναν κάπου μακριά που θα έκανε και κρύο.. Δεν είχα καταλάβει τίποτα, και όταν ρώτησα που ήταν το «εκεί» και ποιοι ήταν οι «άλλοι» η μάνα μου απάντησε ότι δεν ήταν δική μου δουλειά αυτό..

Φτάσαμε στη Βασιλική Παιδόπολη που στεκόταν επιβλητική πάνω σε ένα λόφο, με ψηλούς τοίχους.

Το σιδερένιο πορτόνι άνοιξε με βόμβο.. Πίσω του φάνηκε μια αυστηρή ,αλλά  με ένα αμυδρό χαμόγελο στα πρόσωπο  γυναίκα, που είχε  ένα χαρακτηριστικά μεγάλο κότσο τα μαλλιά της.

Όλο αυτό που αντίκρυσα καθώς μπήκα μέσα έμοιαζε με κάστρο παραμυθιών στα μάτια μου. Ένα κάστρο που όμως δεν ήταν καθόλου παραμύθι..

Τα δωμάτια ήταν πεντακάθαρα, μα.. άχρωμα, παγωμένα, με σειρές από σιδερένια κρεββάτια. Κάθε παιδί είχε ένα κομοδίνο και εσώρουχα μέσα στο συρτάρι..

Τα συναισθήματα ήταν ανάμικτα.. Είμαστε παιδιά που βγαίναμε από πόλεμο.  Πεινούσαμε, κρυώναμε, και κυρίως ο φόβος, αυτός ο φόβος που είχε τρυπώσει μέσα σε κάθε κύτταρο μας παίρνοντας τη μορφή των βομβαρδισμών, των ριπών των όπλων, της πείνας, του θανάτου..

Εκεί, στην Παιδούπολη μας έλειπε το σπίτι μας, η αγκαλιά της μάνας. Υπήρχαν κανόνες που η παραβίαση τους σήμαινε τιμωρία. Υπήρχε σχολείο και διάβασμα.. Όμως είχαμε μετά, από ούτε θυμάμαι πόσα χρόνια ,ζεστό φαγητό, ζεστά καθαρά σκεπάσματα, ζεστά ρούχα.

Τις πρώτες μέρες θυμάμαι πως δεν μιλούσα πολύ. Παρατηρούσα.

Είχα μάθει από τη μάνα μου ότι η σιωπή σώζει.. Τα παιδιά με κοιτούσαν με περιέργεια. Κάποια νόμιζαν ότι ήμουν μουγκή.

Ήταν τα κορίτσια που είμαστε μαζί από διάφορα χωριά. Είχαν έρθει από μακριά. Από την  Ήπειρο τη Μακεδονία, και από άλλα χωριά που δεν υπήρχαν στο χάρτη. Θυμάμαι πως όλα είχαν το ίδιο βλέμμα, το ίδιο με το δικό μου , κάτι ανάμεσα σε φόβο, και απορία. Τι κάναμε εκεί; Πότε θα γυρίζαμε πίσω στα χωριά μας;

Οι «δεσποινίδες» της παιδόπολης φορούσαν γκρίζες ποδιές και τα μαλλιά τους ήταν σφιχτά δεμένα. Ήταν αυστηρές.. Ήθελαν τάξη, υπακοή, καθαριότητα.. Δεν μας αντιμετώπιζαν σαν παιδιά, καμία καλοσύνη, «Εδώ θα γίνετε σωστές Ελληνίδες» μας έλεγαν, «θα γίνετε χρήσιμοι άνθρωποι, θα μάθετε να τιμάτε την πατρίδα σας»..

Εγώ δεν καταλάβαινα τι θέλανε να πούνε, αλλά ήξερα μέσα μου πως δεν έπρεπε να απαντώ.. Άλλωστε δεν θα έμενα για πάντα εκεί, κάποια μέρα θα έφευγα..

Τα βράδια όταν όλα ησύχαζαν και έσβηναν τα φώτα, έβγαζα το μαντήλι της μάνας μου κάτω από το στρώμα, το έσφιγγα στα χέρια μου, το μύριζα, και με αυτό αποκοιμιόμουν. Ήταν η μόνη γλυκιά ανάμνηση από το χωριό της το σπίτι της.

Δεν είχα κάνει φίλες, ήμουν πάντα σιωπηλή και απομονωμένη, μέχρι που με πλησίασε η Αργυρώ.

Ήταν ένα κορίτσι 12 χρονών, από ένα χωριό της ηπείρου, δυναμική και με ένα βλέμμα που έδειχνε πως είχε ζήσει πολλά για την ηλικία της.

Την είχα προσέξει από την πρώτη μέρα. Ψηλή με κάτι ξανθές μπούκλες που της έπεφταν πεισματικά μέχρι τα μάτια, το χαμόγελό της ήταν πλάγιο, σαν αυτό που έχουν  οι άνθρωποι που γνωρίζουν πολλά.  Κανείς δεν της ύψωνε φωνή, ούτε κάν οι «δεσποινίδες». Είχε ένα τρόπο να περπατά και να κοιτάζει που έδειχνε πως δεν φοβόταν κανέναν. Τα βράδια καθόταν συχνά σε ένα συγκεκριμένο σημείο της αυλής και κοιτούσε τα αστέρια, σαν να περίμενε κάτι να της πουν, σαν να περίμενε κάποιον..

«Εσύ είσαι από τα καινούρια παιδιά..» μου είπε ένα απόγευμα, χωρίς να περιμένει απάντηση. Κι αυτή είχε προσέξει τη σιωπηλή Μυρσίνη ανάμεσα στα φλύαρα παιδιά..

Την κοίταξα διστακτικά.

«Πως σε λένε;»

«Μυρσίνη» ψιθύρισα,

«Ααα.. Μιλάς; Ωραίο όνομα έχεις.. Εμένα με λένε Αργυρώ.. Ότι χρειαστείς έλα σε μένα.. Δεν είναι όλοι κακοί εδώ μέσα.. ούτε και καλοί.. Πρέπει να ξέρεις που πατάς..»

Από τότε ακολουθούσα την Αργυρώ σιωπηλά. Την έβλεπα να σκαρφαλώνει στον μικρό τοίχο του προαυλίου, να κρύβει ψωμί για τα τιμωρημένα παιδιά, να απαντά με θάρρος όταν την αδικούσαν. Η Αργυρώ είχε μάθει να επιβιώνει, και μέσα από αυτήν μάθαινα κι εγώ. Ήταν η πρώτη φορά που δεν ένοιωθα εντελώς μόνη..

Ένα βράδυ, λίγο πριν σβήσουν τα φώτα στους θαλάμους, η Αργυρώ με τράβηξε πίσω από την κουζίνα κάτω από τον μεγάλο ξύλινο πάγκο, ήταν το μόνο μέρος που μπορούσαμε να μιλήσουμε χωρίς να μας βλέπουν.

«Θέλεις να σου πω κάτι που δεν ξέρει κανένας;» μου είπε χαμηλόφωνα.

Της έγνεψα ναι νοιώθοντας την καρδιά μου  να χτυπά γρήγορα, σαν να έκανα κάποια αταξία..

Η Αργυρώ έσκυψε και έβγαλε από την κάλτσα της ένα μικρό κομμάτι φωτογραφίας.. Ήταν σκισμένο και έδειχνε μόνο το πρόσωπο μια γυναίκας με σκούρα μάτια.

«Είναι η μάνα μου..» είπε

«Την τελευταία φορά που την είδα, μου έβαλε αυτή τη φωτογραφία στο χέρι και μου είπε να μη τη χάσω ποτέ. Δεν πρόλαβε να πει τίποτα άλλο . Την πήραν..»

«Ποιοι την πήραν;» ρώτησα αθώα..

Η φωνή της λύγισε, αλλά αμέσως τη μάζεψε..

«Όλοι εδώ νομίζουν πως την έχω χάσει, πως είναι νεκρή, αλλά εγώ ξέρω ότι ζει. Και θα τη βρω, ότι και αν γίνει. Αυτό είναι το μυστικό μου Μυρσίνη. Για αυτό το μυστικό επιβιώνω και δεν αφήνω κανέναν να με πατήσει. Από αυτό κρατιέμαι.»

Άγγιξα διστακτικά τη φωτογραφία. Δεν είχε τίποτα από τη μαμά της  πια, όπως κι εγώ τίποτα δεν είχα άλλο από ένα μαντήλι. Κι εκείνη τη στιγμή ένοιωσα πως η Αργυρώ δεν ήταν πια φίλη μου, ήταν σαν αδελφή μου, μας έδεναν απώλειες που γι’ αυτές ούτε θέλαμε ούτε μπορούσαμε να μιλάμε..

Ήταν μια άσχημη μέρα εκείνη που με κάποιο τρόπο, έγινε αντιληπτό ότι κάποια από εμάς είχε αρπάξει  ένα  κομμάτι ψωμί  από την κουζίνα. Ολόκληρη η παιδούπολη μπήκε σε συναγερμό. Οι «δεσποινίδες έκαναν έρευνες παντού, έκαναν ανακρίσεις, απειλούσαν, υπήρχε μια κλέφτρα ανάμεσά μας και έπρεπε να τιμωρηθεί αυστηρά. Καμία δεν μιλούσε και ας ξέραμε πολύ καλά πως θα τιμωρούμασταν όλες γι’ αυτό.

Σε πρώτη φάση η δεσποινίς Καλλιόπη που ήταν η πιο αυστηρή από όλες τις δεσποινίδες, μας ανακοίνωσε ότι δεν είχε φαγητό για καμία μας μέχρι να βρεθεί η ένοχος. Αυτό μας έπεσε βαρύ. Καμία όμως δεν αντέδρασε.

Το ίδιο βράδυ είδα την Αργυρώ να κάθεται στη γνωστή της θέση κάτω από τ’ αστέρια. Αυτή τη φορά όμως δεν κοιτούσε τα άστρα, είχε το κεφάλι κατεβασμένο και τα χέρια της σφιγμένα..

«Εσύ τόκανες;» τη ρώτησα ψιθυριστά.

Δεν απάντησε αμέσως , έπειτα έγνεψε καταφατικά..

Το πήρα για τη Δανάη, το κοριτσάκι από την Καστοριά. Κλαίει συνέχεια και δεν έχει φάει δυο μέρες. Είναι στο κρεββάτι, έχει ανεβάσει πυρετό. Τη λυπήθηκα, ένα μικρό παιδάκι είναι.. Της πήγα λίγο ψωμί και της το έβαλα κάτω από το μαξιλάρι για να φάει. Κάποια με είδε όμως και το είπε στη δεσποινίς Καλλιόπη. Δεν με αναγνώρισε αλλιώς τώρα θα ήμουν αλλού.. Έχω δώσει πολλές αφορμές..»

Ένοιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται, ήταν φόβος, ήξερα τι θα γινόταν αν την έπιαναν..

«Θα σε βρουν» της είπα.. «καλλίτερα να το πεις μόνη σου..»

«Όχι.. δεν θα πω τίποτα» είπε η Αργυρώ και με κοίταξε ήρεμα. «Όμως εσύ αν ακούσεις κάτι, αν δεις να με παίρνουν μη μιλήσεις, μην πεις τίποτα. Μην προσπαθήσεις να με σώσεις..»

Εγώ την άκουσα προσεκτικά αλλά δεν υποσχέθηκα τίποτα. Έτσι την επόμενη μέρα όταν τη φώναξαν στο γραφείο της διευθύντριας την ακολούθησα.

Στάθηκα πίσω από την πόρτα του γραφείου. Από μέσα ακουγόταν η τσιριχτή φωνή της δεσποινίδας Καλλιόπης, κοφτή και αυστηρή όπως πάντα.

«Αν δεν το παραδεχτείς θα τιμωρηθεί όλος ο θάλαμος σου. Μίλα τώρα όσο έχεις ακόμα επιλογή..»

Ένοιωσα το κορμί μου να τρέμει. Την Αργυρώ την είχαν πολύ άχτι, αν την εύρισκαν κάπου  ένοχη θα πλήρωνε για ότι έκανε και για ότι δεν έκανε..

Δεν κατάλαβα πως το χέρι μου άγγιξε την πόρτα και την έσπρωξε με δύναμη.

Η δεσποινίς Καλλιόπη γύρισε απότομα.

«Ποιος σου έδωσε την άδεια να μπεις;» μου φώναξε.

«Εγώ.. εγώ το πήρα το ψωμί. Η Αργυρώ θα σας πει ψέματα για να με προστατέψει.

Η Καλλιόπη με κοίταξε στα μάτια. «Εσύ είσαι  μόλις λίγες μέρες εδώ. Πως νομίζεις ότι μπορείς να λες ψέματα τόσο απλά;»

«Δε λέω ψέματα. Η Αργυρώ δεν έκανε τίποτα. Αν φταίει κάποια είμαι εγώ..»

Η Αργυρώ με κοίταξε με υγρά μάτια γεμάτα αγάπη μα δεν ειπε τίποτα. Θα μας τιμωρούσαν και τις δύο έτσι κι αλλιώς.

Η τιμωρία μας δεν ήταν ιδιαίτερα σκληρή  γιατί ήταν η πρώτη μου φορά που έκαναν κάποιο παράπτωμα… η ποινή ήταν οι δυό μας να καθαρίζουμε τουαλέτες  και όλους τους θαλάμους του ορόφου για μια εβδομάδα παρουσία όλων.

Το πήραμε αλλιώς και δεν μας ένοιαξε παρ’ ότι για μια εβδομάδα δεχόμαστε πειράγματα και ειρωνείες.

Μετά από αυτό για πρώτη φορά ένοιωθα δυνατή. Δεν ήμουν το μικρό κορίτσι που έκλαιγε με το μαντήλι της μαμάς μου κάθε βράδυ στο κρεββάτι. Είχα αποκτήσει ξαφνικά φτερά..

Καλοκαίρι 1953. ‘Ήμουν κιόλας δεκαπέντε χρονών. Ο πόλεμος είχε τελειώσει. Η παιδούπολη άδειαζε σιγά σιγά. Είχα πια ψηλώσει, ήμουν γυναίκα.  ‘Ήμουν πολύ ώριμη για την ηλικία μου. Υπήρξα μία από τις πιο ήσυχες και πειθαρχημένες Ελληνίδες της παιδούπολης γιατί ακολουθούσα σιωπηλή τους κανόνες,  όμως ποτέ οι «δεσποινίδες» δεν κατάφεραν να με ελέγξουν εντελώς.

Η Αργυρώ είχε φύγει. Ένας θείος της από την Πρέβεζα ήρθε και την πήρε. Αγκαλιαστήκαμε σφιχτά  τη μέρα που έφυγε χωρίς να πούμε ούτε μια λέξη.

Εμένα δεν ήρθε ποτέ κανένας να με αναζητήσει. Όπως έμαθα πολύ αργότερα η μητέρα μου είχε πεθάνει σε αντίποινα στον εμφύλιο. Ο πατέρας μου ήταν ήδη αγνοούμενος. Από τους άλλους συγγενείς, κανείς δεν ήξερε που βρισκόμουν, αλλά και αν ήξερε, είχαν όλοι τόσα προβλήματα που λίγο θα ενδιαφέρονταν για μένα.

Στην παιδούπολη έμαθα να ράβω, βοηθούσα στα  μαγειρεία, και φρόντιζα τα μικρά κορίτσια, γενικά μα εμπιστεύονταν και με αντιμετώπιζαν σαν υπάλληλο. Υπήρχαν πολλά εκεί μέσα… μερικά καλά και μερικά πολύ άσχημα.. Ο καθένας όπως το αντιλαμβανόταν..

Συνήθως μόλις κλείνανε τα 16 και εφ’ όσον υπήρχε οικογένεια τα παιδιά αποχωρούσαν από την παιδούπολη.. Εγώ επειδή δεν με είχε αναζητήσει κανείς και επειδή τους ήμουν χρήσιμη με κράτησαν μέχρι τα δεκαοχτώ.. Εκεί μου είπαν πως δεν υπήρχε δυνατότητα να μείνω άλλο εκτός και αν ήθελα να παραμείνω ως υπάλληλος.. Δεν ήθελα.. Δεν ένοιωσα ποτέ καλά εκεί μέσα..

Φθινόπωρο 1956 με μια βαλίτσα στο χέρι, με ένα σαπούνι, λίγα ρούχα  και μερικά ψιλά βρέθηκα έξω από τα τείχη με μια διεύθυνση οικοτροφείου στην Αθήνα όπου φρόντιζαν κορίτσια σαν και μένα βρίσκοντας στέγη και δουλειά. Αισθάνθηκα σαν να βρισκόμουν σε μια αφιλόξενη ζούγκλα, όμως δεν υπήρχαν οι «δεσποινίδες,» οι κανόνες, τα εμβατήρια, οι προσευχές.. Ελευθερία.. Το πουλί είχε βγει από το κλουβί.. Ένα κλουβί που με φρόντισε μεν, που με στέγασε, αλλά που μου στέρησε την παιδική ηλικία , τη μάνα μου, ένα κομμάτι από τη  φυσιολογική ζωή μου..

Το 1960 με βρήκε ράφτρα στο Παγκράτι με δάχτυλα γεμάτα κάλους από τη βελόνα.

Είχα νοικιάσει ένα μικρό δωματιάκι δώμα σε μια πολυκατοικία και τα βράδια έγραφα γράμματα. Στην μάνα μου, στην Αργυρώ, στη μικρή Δανάη, στο Μιχαλάκη.. γράμματα που ποτέ δεν έστειλα.. Μια φορά την εβδομάδα πήγαινα στο πεδίον του Άρεως και συνήθιζα να κάθομαι έξω από το Άλσος στο παγκάκι, για να ακούω το πρόγραμμα,  γιατί μέσα δεν είχα ούτε τα χρήματα να διαθέσω αλλά και μια γυναίκα μόνη την εποχή εκείνη δεν μπορούσε να πάει πουθενά.

Εκεί γνώρισα τον Ηλία που κι εκείνος καθόταν τα παγκάκια να ακούει τον Οικονομίδη.. Ένα βράδυ μου πρόσφερε ένα χωνάκι πασατέμπο και ένα μπιράλ ζητώντας να μου κάνει παρέα..

1972.. Παντρεύτηκα με τον Ηλία και έκανα ένα κορίτσι που του έδωσα το όνομα Αργυρώ.

 Για την παιδούπολη δεν μιλούσα ποτέ.

Μόνο σιωπές, βλέμματα, και ένα μόνιμο κόμπο στο λαιμό, φροντίζοντας πάντα ,το κορίτσι μου την Αργυρώ μου, να ζει ξέγνοιαστα τα χρόνια που εγώ δεν έζησα..

Σήμερα 87 χρονών ζω σε ένα  μικρό διαμέρισμα στα Άνω Πατήσια με το μαντήλι της μάνας μου πάνω στο  τραπεζάκι του καθιστικού μέσα σε ένα ξύλινο κουτί.

Η κόρη μου με φροντίζει, με αγαπά έχω και μία εγγονή τη Μυρσίνη..

Ένα πρωί χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν άγνωστος αριθμός. Σχεδόν ποτέ δεν απαντούσα σε άγνωστους αριθμούς, μα εκείνο το πρωί κάτι με έκανε να απαντήσω..

«Καλημέρα.. Ζητώ συγνώμη για την ενόχληση.. Μιλάω με την κυρία Μυρσίνη;

«Η ίδια» απάντησα με απορία..

«Με λένε Αντρέα Χ.. και ψάχνω πληροφορίες για την Βασιλική παιδούπολη. Κάνω ένα ντοκιμαντέρ και σας βρήκα στη λίστα των παλαιών τροφίμων. Βρήκα το όνομά σας δίπλα από το όνομα Αργυρώ Γουσίου.. Μήπως τη θυμάστε;

Ένοιωσα το χρόνο να παγώνει γύρω μου. Η Αργυρώ.. Θεέ μου..

«Τη θυμάμαι» απάντησα χωρίς συναίσθημα..

Ο άντρας δίστασε λίγο αλλά συνέχισε..

« ‘Έχω.. ένα γράμμα. Το βρήκα σε ένα κουτί προσωπικών της αντικειμένων. Έφυγε από τη ζωή πριν μερικούς μήνες. Στο γράμμα υπήρχε το όνομα σας. Μυρσίνη.. Ήθελε πολύ να σας βρουν.. Έψαξα στα αρχεία της παιδούπολης, δεν υπήρχαν πολλές Μερσίνες..»

Έμεινα σιωπηλή με την καρδιά μου πλημμυρισμένη συναισθήματα.

Ο Αντρέας μίλησε  ξανά. «Θέλετε να σας το φέρω;  Θα ήθελα να μιλήσουμε.. Μήπως να σας το διαβάσω και τώρα;»

Έγνεψα ναι, λες και με έβλεπε μέσα από το τηλέφωνο.

Ο Άντρας άρχισε να διαβάζει με αργή συγκινημένη φωνή.

Μυρσίνη μου, Αν ποτέ φτάσει αυτό το γράμμα σε σένα, να ξέρεις πως δεν σε ξέχασα ποτέ. Έγινες η αδελφή που δεν είχα. Σου χρωστάω μια αγκαλιά για τότε . Για εκείνο το ψωμί . Για τη σιωπή. Για τη φωνή σου όταν εγώ είχα χάσει τη δική μου.  Έζησα μια ζωή καλή.. Τη μητέρα μου δεν τη βρήκα ποτέ.. Εύχομαι να έζησες κι εσύ καλά. Αν με θυμάσαι ακόμα , τότε ίσως τίποτα να μη πήγε χαμένο από όσα ζήσαμε.

Με αγάπη. Αργυρώ..

Δεν απάντησα, δεν είχα φωνή. Κοίταξα μόνο έξω. Τα φύλα του δέντρου χόρευαν με τον ανοιξιάτικο άνεμο. Νομίζω πως είδα κάποια σκιά εκεί μέσα να μου γνέφει…

Για τα χρόνια της Παιδόπολης μιλώ πρώτη φορά, κι αυτό γιατί στο διαδίκτυο βρήκα μια φωτογραφία από το κτίριο αυτό, και μια παλιά φωτογραφία, όπου είμαι κι εγώ μέσα, μια Μυρσίνη ανάμεσα σε πολλές Μυρσίνες.

Γεωργία Σταυριανέα