Οδός Έντισον.. Αληθινές Ιστορίες..Γεωργία Σταυριανέα
Οδός Έντισον .. Αληθινές Ιστορίες
Γεωργία Σταυριανέα
Ήμουν πέντε χρονών και μεγάλωνα σ’ ένα μικρό καμαράκι στην οδό Έντισον μαζί με τη γιαγιά και το θείο μου, γιατί οι γονείς μου δούλευαν μέχρι αργά το βράδυ και η μεγάλη μου αδερφή πήγαινε στο σχολείο.
Το σπίτι της γιαγιάς ήταν σε μια λαϊκή γειτονιά πλάι στη ρεματιά.
Στο διπλανό μας σπίτι έμενε η φίλη μου η Σουζάνα και δυο σπίτια πιο κάτω ο Γιάννης ο χοντρός. Είμαστε το τρίο «καταστροφή» όπως μας έλεγε ο θείος μου που ζούσε και αυτός με τη γιαγιά γιατί ήταν ακόμα απάντρευτος.
Η γειτονιά μας ήταν ένας μικρός παράδεισος γεμάτος βασιλικά και βουκαμβίλιες, χρυσάνθεμα και γιασεμιά, γαρύφαλα και μενεξέδες. Όλα τα σπίτι έλαμπαν από πάστρα. Οι μικρές αυλές μας μύριζαν ασβέστη και έλαμπαν σαν το χιόνι στον ήλιο.
Όλα στη γειτονιά ήταν καλά, εκτός από ένα μοναχικό μισογκρεμισμένο σπίτι εκεί στην άκρη της ρεματιάς , εκεί που έμενε ο Στάλιν , έτσι τον λέγανε, δεν είχε όνομα, κάποιοι τον αποκαλούσαν κόκκινο, κάποιο λέγανε πως ήταν μίασμα, αλλά όσες φορές και αν είχα ρωτήσει κανείς δεν μου έλεγε ούτε τι ήταν αυτό το μίασμα ούτε τι ήταν ο κόκκινος. Έτσι μαζί με τη Σουζάνα και τον Γιάννη θεωρήσαμε πως μάλλον το Στάλιν ήταν το όνομα του Κόκκινος το επώνυμο του και το μίασμα σίγουρα το παρατσούκλι, όλοι είχαν ένα παρατσούκλι άλλωστε, τη γιαγιά μου ο θείος την έλεγε «γεροκαπούα» κι εμένα με φώναζε κουλούκι, κουτάβι δηλαδή..
Ο Στάλιν ήταν όντως ένας παράξενος άνδρας. Η ηλικία του ήταν απροσδιόριστη καθώς το μεγάλο γείσο του καπέλου του σκέπαζε σχεδόν πάντα το μισό το πρόσωπό του. Δεν κυκλοφορούσε πολύ ούτε είχε φίλους. Δεν τον είχαμε δει ποτέ χωρίς καπέλο. Έβγαινε κάθε πρωί στο κατώφλι του σπιτιού του και τάιζε τα γατάκια της γειτονιάς. Εμείς οι τρείς γεμάτοι περιέργεια, παραφυλούσαμε πίσω από το φράχτη προσπαθώντας να τον δούμε. Ο θείος μου είχε πει πως είχε σατανικό πρόσωπο και κέρατα.. και πως αν το βλέμμα του συναντιόταν με το δικό μας θα γινόμαστε καπνός.
Εγώ η αλήθεια είναι πως τον πίστευα γι’ αυτό όταν τον κοίταζα έκλεινα τα μάτια μου.
Ο Γιάννης όμως ήταν σίγουρος πως όλο αυτό ήταν ψέμα, «οι διάβολοι είναι κακοί, άρα δεν ταΐζουν γατάκια» έλεγε, «όλα είναι ψέματα για να μας τρομάξουν».
Έτσι μια μέρα για να μας αποδείξει ότι δεν θα γίνουμε καπνός αν τον κοιτάξουμε στα μάτια, του πέταξε μια πέτρα για να τον κάνει να σηκώσει το κεφάλι του.
Ο κύριος Στάλιν ξαφνιάστηκε, σήκωσε απότομα το κεφάλι και κάρφωσε το ψυχρό βλέμμα του πάνω μας. Παγώσαμε. Η Σουζάνα κατουρήθηκε από τρόμο. Ο Γιάννης τόβαλε στα πόδια. Εγώ καρφώθηκα στη γη. Δεν μπορούσα να κινηθώ, μάλλον είχα αρχίσει να γίνομαι καπνός… Δεν είχε όμως κέρατα, ούτε φαινόταν τόσο κακός όσο τον περιγράφανε. Στάθηκα ακίνητη και τον κοιτούσα με τρόμο. Τότε μου φάνηκε πως χαμογέλασε αμυδρά και στο πρόσωπό του είδα καλοσύνη. Μέσα μου όλα αυτά τα τερατώδη που λέγανε γι’ αυτόν κατέρρευσαν.
«Έλα.. τρέξε…» με τράβηξε από το μανίκι η βρεγμένη Σουζάνα … «Τρέξε .. τρέξε..» είπε και με παρέσυρε σε ένα τρελό τρεχαλητό.
Φτάσαμε στην αυλή του Γιάννη λαχανιασμένες. Η μαμά του Γιάννη καθάριζε φακές πάνω σε ένα μεγάλο στρογγυλό ταψί.
«Τι πάθατε;» ρώτησε, «Τι κάνατε στο Γιάννη σουσουράδες; Μέσα είναι πηγαίνετε να τα βρείτε…» είπε και γέλασε σίγουρη πως είχαμε παρεξηγηθεί, καθώς συνηθίζαμε να μαλώνουμε πολύ συχνά οι τρείς μας.
Μπήκαμε στην μικρή κουζίνα και βρήκαμε το Γιάννη κουρνιασμένο σε μια γωνιά.
«Τι έπαθες;» τον ρώτησα, «γιατί τόσκασες;»
«δεν τόσκασα» απάντησε χωρίς να με κοιτάξει στα μάτια… «απλά έφυγα…»
«κοιτάτε με…» είπε η Σουζάνα για να τον πειράξει, «είμαι ένας λυγερός άσπρος καπνός πουφ.. πουφ..πουφ…» γέλασε και στριφογύρισε χαριτωμένα…
«Δεν είσαι καπνός…» είπα εγώ, « είσαι μια φωτιά που κατουρήθηκε και έγινε καπνός, αυτό είσαι..» προσπάθησα να κάνω το Γιάννη να γελάσει.
«Τον είδατε;» είπε ο Γιάννης ζαρωμένος ακόμα στη γωνία του.
«Εγώ λίγο…» είπε η Σουζάνα, «έκλεισα τα μάτια μου για να μη τον κοιτάξω…» μου φύγανε και μερικά κατρουλιά… χαχαχα» γέλασε για να δείξει πως δεν φοβόταν,
«Εγω τον είδα ξεκάθαρα» είπε ο Γιάννης. «Είχε κέρατα, και τα μάτια του ήταν κόκκινα σαν φωτιές… ο θείος σου έλεγε αλήθεια…»
«Σιγά μην ήταν και πράσινα… Τι βλακεία είναι αυτή τώρα;» είπα με έντονο ύφος.
«Εγώ τίποτα από αυτά δεν είδα, μια χαρά άνθρωπος ήτανε..»
«Ποιος ήτανε μια χαρά άνθρωπος;» μπήκε εκείνη τη στιγμή η μαμά του Γιάννη,
«Ο…ο αυτός…» είπα κομπιάζοντας… η Σουζάνα και ο Γιάννης με κοιτάξανε στα μάτια κάνοντας νοήματα.
«Ποιος αυτός;» επέμεινε η κυρία Κλειώ χωρίς να πάρει τα μάτια της από πάνω μου.
«Ο καινούριος ταχυδρόμος…» είπα με άνεση αυτή τη φορά.
«Μπα; Καινούριος ταχυδρόμος; Πότε ήρθε; Εγώ πριν δυο μέρες είδα τον Περικλή, τι έπαθε και τον αλλάξανε;»
«Ααα.. δεν ξέρω…» μουρμούρισα και πήγα προς την πόρτα
«Πάμε στην αυλή να παίξουμε..» είπα και βγήκα βιαστικά. Η Σουζάνα με ακολούθησε, κι ο Γιάννης επίσης.
«Σουζάνα; Που βράχηκες;» τη σταμάτησε η κυρία Κλειώ.
«Τίποτα, νερό είναι, βράχηκα με το λάστιχο όπως πότιζα τον κήπο» είπε και κοκκίνησε…
«Άντε παιδί μου να αλλάξεις, θα κρυολογήσεις» της είπε και την χτύπησε ελαφρά στην πλάτη.
Βγήκαμε στην αυλή γεμάτοι τύψεις. Δεν είχαμε μάθει να λέμε ψέματα και τώρα είχαμε ξεφουρνίσει τόσα μαζεμένα. Δεν υπήρχε περίπτωση να κοινωνήσουμε τα Χριστούγεννα, ο πάτερ σίγουρα δεν θα μας το επέτρεπε μόλις του το λέγαμε στην εξομολόγηση.
Και το μεγαλύτερο πρόβλημα θα ήταν πως θα το δικαιολογούσαμε αυτό στους γονείς μας.
«Εγώ λέω να μη πούμε τίποτα στον πάτερ…» είπε ο Γιάννης
«Εγώ συμφωνώ…» είπα χωρίς δεύτερη σκέψη.
«Δηλαδή να πούμε ψέματα και στο Θεό; Πάτε καλά; Αν δε γίναμε καπνός με τον κύριο Στάλιν, σίγουρα θα μας κάψει ο θεός. Είμαστε χαμένοι…» είπε απελπισμένη η Σουζάνα.
«Ωραία λοιπόν… πες εσύ ότι θέλεις, γιατί εγώ δεν θα πω τίποτα…» της απάντησα θυμωμένη.
«Και πως θα κοινωνήσεις άμα έχεις πει ψέματα στον πάτερ;» αντιγυρίσε η Σουζάνα
«να μη σε νοιάζει…» είπα με θυμό και έφυγα για το σπίτι μουτρωμένη.
«Γιαγιά;» ρωτούσα το ίδιο βράδυ τη γιαγιά μου καθώς καθίσαμε πλάι στην ξυλόσομπα στο βραδινό μας τελετουργικό με τσάι του βουνού, καψαλιστό ψωμί και αλμυρό κεφαλοτύρι…
«Εκείνος ο κύριος ο κακός… που μένει στο ρέμα; Γιατί είναι κακός;»
«Ποιος είπε πως είναι κακός;» απάντησε η γιαγιά μου.
«Όλοι το λέτε… Ο θείος λέει πως έχει κέρατα…»
«Μμμ.. χαμογέλασε η γιαγιά.. Δεν ξέρω αν έχει κέρατα, αλλά εσύ γιατί ρωτάς; Δεν πιστεύω να σε πείραξε…σου μίλησε μήπως;»
«Όχι καλέ γιαγιά.. Πως να με πειράξει; Αυτός δεν βγαίνει από το σπίτι του. Είμαι πειραγμένη; Με βλέπεις πειραγμένη;»
«Μην ασχολείσαι λοιπόν μικρή μου με πράγματα που δεν σε αφορούν… Εντάξει;» μου τόκοψε.
Από τη μέρα εκείνη ο κύριος Στάλιν μου έγινε εμμονή. Τέντωνα τα αφτιά μου να ακούσω κάτι από τους μεγάλους, αλλά ποτέ δεν καταλάβαινα τι ενοούσαν, γιατί κάθε φορά που μιλούσαν γι’ αυτόν λέγανε πράγματα ακαταλαβίστικα για μένα.. Έτσι, ένα πρωί αποφάσισα να πάω να τον δω από κοντά και να καταλάβω μόνη μου αν είναι κακός η όχι…
Περίμενα κρυμμένη πίσω από τη μάντρα να βγει να ταΐσει τα γατάκια του και να μπει ξανά στο σπίτι όπως έκανε κάθε μέρα.
Τον είδα με ένα κομμάτι ψωμί στο χέρι να ρίχνει μικρές μπουκίτσες στα γατιά και να τους λέει γλυκόλογα. Οι διάβολοι δεν λένε γλυκόλογα, σκέφτηκα, οπότε σίγουρα δεν θα είχε κέρατα …
Πλησίασα ακροπατώντας στο παράθυρο και προσπάθησα να δω μέσα. Το τζάμι ήταν θολό χαμηλά και τεντώθηκα για να φτάσω ψηλότερα. Είδα μια τεράστια πολυθρόνα με σκούρο καρό ύφασμα και τον Στάλιν να στέκεται όρθιος στο πλάι ,να κρατάει ένα περίεργο πράγμα με άσπρες τρίχες και να περάνει πάνω του κάτι άσπρο σαν σαπούνι…έπειτα ακούμπησε στο λαιμό του ένα όργανο που ποτέ δεν είχα δει και μια ουράνια μουσική ξεχύθηκε στο δωμάτιο. Είχα ακούσει μουσική μόνο από το ραδιόφωνο, ποτέ όμως ζωντανή, αυτό που άκουγα και ταυτόχρονα έβλεπα με εντυπωσίασε, και με κατέκτησε με τη μία… αυτό θα γινόμουν όταν θα μεγάλωνα… μουσικός…
Έμεινα εκεί μαρμαρωμένη και ακίνητη μη με δει ο κύριος Στάλιν μέχρι που βαρέθηκε να παίζει και άφησε το βιολί του στο τραπέζι. Ήμουν πέντε, και νομίζω πως ήταν η πρώτη φορά που ερωτεύτηκα κάτι.
Έτρεξα να πω τα νέα στο Γιάννη και τη Σουζάνα.
«Ξαναπήγες εκεί;» μου είπε ο Γιάννης. «Καλά δε φοβάσαι καθόλου;»
«Όχι, δεν υπάρχει κάτι να φοβηθείς. Άμα ακούσεις τη μουσική του θα καταλάβεις πως δεν είναι διάολος…και επίσης είναι όμορφος…» τον υπερασπίστηκα.
«Τι; Τον είδες χωρίς καπέλο;» ρώτησε με θαυμασμό η Σουζάνα… «πως ήταν; Τελικά έχει κέρατα;»
«Είναι σαν τον μπαμπά μου όμορφος, και όχι δεν έχει κέρατα, είναι καλός σας λέω, σίγουρα, ψέματα μας λένε πως είναι κακός. Για κάποιο λόγο δεν τον αγαπάνε οι μεγάλοι, αλλά εμένα δε με νοιάζει, εγώ τον αγαπώ γιατί αγαπάει τα γατάκια και παίζει τόσο όμορφη μουσική..»
«Αν το μάθει η γιαγιά σου την πάτησες…» είπε ο Γιάννης
«Δεν θα το μάθει αν δεν της το πεις εσύ, οπότε;…» απάντησα.
«Θέλω να δω κι εγώ» είπε η Σουζάνα… «πάμε τώρα;»
«Όχι τώρα.. θα πάμε το απόγευμα την ώρα που ταΐζει ξανά τα γατάκια… να είμαστε σίγουρες ότι θα μπει μέσα, αν μας δει μπορεί να γίνουμε καπνός ε;, ας προσέχουμε και λίγο…»
«Εντάξει..» συμφώνησε η Σουζάνα που κατά βάθος φοβόταν ακόμα.
«Να πάτε…» είπε ο Γιάννης, «εγώ τα είδα τα κέρατα… δεν πρόκειται να ξαναπάω εκεί…»
«Αφού φόραγε το καπέλο ρε ψεύτη, πως είδες κέρατα;» τον κεραυνοβόλησε η Σουζάνα, «πες πως είσαι φοβιτσιάρης και φτάνει, δεν είναι κακό να φοβάσαι, η μαμά μου λέει ότι είναι πολύ καλό γιατί σε προστατεύει από τις βλακείες…»
Το απόγευμα λίγο πριν τη δύση του ήλιου τρία κεφάλια στη σειρά πίσω από το φράχτη παρακολουθούσαν το Στάλιν στην καθημερινή του ρουτίνα.
Μόλις μπήκε στο σπίτι και έκλεισε η πόρτα και οι τρείς τρέξαμε και κολήσαμε τις μύτες μας στο τζάμι. Τον είδαμε να φτιάχνει ένα καφέ και να χώνεται στην καρώ πολυθρόνα με ένα βιβλίο στο χέρι.
«Που είναι η μουσική;» ρώτησε ο μουτρωμένος Γιάννης. «Ψέματα μας είπες για να έρθουμε…»
«Σσσς… θα μας ακούσει» του είπε ψιθυριστά η Σουζάνα.
Γυρίσαμε στην αυλή απογοητευμένοι… Είμαστε τόσοι σίγουροι πως θα έπαιζε ξανά μουσική που ξεχάσαμε εντελώς τα κέρατα και το φόβο.
Πήγαμε και την άλλη μέρα αλλά ο κύριος Στάλιν δεν έπαιξε. Απογοητευτήκαμε αλλά τουλάχιστον σταματήσαμε να τον φοβόμαστε και κυρίως χάσαμε το ενδιαφέρον να τον παρακολουθούμε… Προσωπικά ήμουν γοητευμένη από τον κύριο Στάλιν… οι άλλοι δύο δεν ξαναμίλησαν γι’ αυτόν.
Είχαν περάσει λίγες μέρες και ο μικρός μας φίλος ο Γιάννης είχε τα γενέθλια του. Η κυρία Κλειώ έφτιαξε μια σούπερ τούρτα και μαζευτήκαμε όλοι στην αυλή για να σβήσει τα πέντε κεράκια του. Είχαν έρθει επίσης κάποιοι γείτονες, η γιαγιά μου ο θείος μου, και οι γονείς της Σουζάνας.
«Κλειώ μου ..» είπε κάποια στιγμή η κυρία Αθηνά με ειρωνική διάθεση, «… μα γιατί δεν κάλεσες και τον Στάλιν στην παρέα μας;»
«Ναι Αθηνά μου… παράλειψή μου…» γέλασε η κυρία Κλειώ..
«Μη τον αναφέρετε καν…» αντέδρασε ο κυρ’ Νίκος ο παππούς της Σουζάνας, «…κακώς τον αφήνουμε να μολύνει τη γειτονιά μας..» συμπλήρωσε με κακία.
Τέντωσα τα αφτιά μου.
«Σπίτι του είναι, δεν μπορούμε να τον διώξουμε, άλλωστε δεν μας ενοχλεί δεν βγαίνει καν από το σπίτι του…» τον υπερασπίστηκε η γιαγιά μου και πολύ με ευχαρίστησε αυτό.
«Αν μεγαλώσουν λίγο τα παιδιά μπορεί να τα μολύνει με τις ιδέες του, ποτέ δεν ξέρεις με αυτούς…» επέμεινε
«Τα παιδιά μικρά και μεγάλα τον τρέμουν. Το έχω τακτοποιήσει εγώ…Νομίζουν πως είναι διάβολος και θα τους κάνει καπνό αν τον κοιτάξουν…» καμάρωσε γελώντας ο θείος μου με τις βλακείες του.
«Εγώ λέω να μαζέψουμε υπογραφές και να τον διώξουμε. Ο δικηγόρος είπε πως γίνεται αυτό. Υπάρχουν άλλωστε και άλλοι τρόποι…» το συνέχισε ο κυρ Νίκος.
«Μπαμπά σταμάτα…» τον μάλωσε η μαμά της Σουζάνας δείχνοντας με το βλέμμα εμάς, καθώς μας είδε να παρακολουθούμε τη συζήτηση.
«Γιατί; Ψέματα λέω; Να μάθουν να φυλάγονται από το κακό..» το συνέχισε ο παππούς της Σουζάνας.
«Δεν είναι κακός..» πετάχτηκα «…και εσύ είσαι ψεύτης…» απευθύνθηκα στο θείο μου. «Ούτε κέρατα έχει, ούτε διάβολος είναι… Από πότε ο διάβολος παίζει μουσική και αγαπάει τα ζώα… Ψέματα μας λέτε όλοι, εσείς είστε οι κακοί, όχι αυτός που δεν πειράζει κανέναν!» είπα με έμφαση.
«Νάτα μας!» χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι ο κυρ Νίκος. «Σας τάλεγα, τα μόλυνε ήδη τα παιδιά…έτσι είναι αυτοί …ύπουλοι…»
«Λες ψέματα…» ούρλιαξα… «Ούτε που μας μίλησε ούτε μας έχει δει ποτέ ο κύριος Στάλιν…» ξέσπασα σε κλάματα,
Ο θείος μου με κοίταξε με άγριο βλέμμα έτοιμος να επιτεθεί, η γιαγιά μου με πήρε αγκαλιά, ο παππούς της Σουζάνας άρχισε να ζητάει έντονα εξηγήσεις από τους τρείς μας για το πως γνωρίσαμε το «μίασμα» και τι μας έχει πει.. και η κυρία Κλειώ θύμωσε που της χαλάσαμε τη γιορτή του Γιάννη…
Ο Γιάννης φαντάζομαι πως θα θυμάται πάντα αυτά τα γενέθλια που κατέληξαν σε βατρελώ, με μας τους τρεις να κλαίμε μαύρο δάκρυ και τους μεγάλους να μαλώνουν μεταξύ τους για πολιτικούς λόγους.
Την άλλη κιόλας μέρα ο πατέρας μου που έμαθε από το θείο μου τα νέα. Είχα μολυνθεί ιδεολογικά και προφανώς είχα αποκτήσει ήδη την πρώτη μου ετικέτα..
Ήρθε ο ίδιος και με πήρε από τη γιαγιά μου βίαια, καθώς αντέδρασα έντονα και με έστειλε στο χωριό στην άλλη μου γιαγιά μέχρι να έρθει ο καιρός να πάω στο σχολείο.
Την άλλη χρονιά η αγαπημένη μου γιαγιά πέθανε… και όταν μεγάλωσα τόσο, ώστε να μπορώ να ξαναπάω στην οδό Έντισον υπήρχε μόνο τσιμέντο και πολυκατοικίες.
Τη Σουζάνα και το Γιάννη το χοντρό δεν τους ξαναείδα ποτέ.
Όμως τον κύριο Στάλιν και το βιολί του δεν τον ξέχασα ποτέ. Έγινε ανεξίτηλη ανάμνηση στην καρδιά μου και καθόρισε σημαντικά τη στάση της ζωής μου.
αφήγηση: ΓΕΩΡΓΙΑ ΣΤΑΥΡΙΑΝΕΑ

