ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ

Βιβλία που αξίζουν να διαβαστούν…Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά-Νίκος Καζαντζάκης

Ο Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά είναι ένα από τα γνωστότερα και ίσως το πιο αγαπητό στο κοινό μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη, που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στην Αθήνα το 1946. Βασίζεται στη ζωή του Γεωργίου Ζορμπά. Ο μυθιστορηματικός «Αλέξης Ζορμπάς» υπήρξε πραγματικό πρόσωπο που πρωτοσυναντήθηκε με τον Καζαντζάκη στο Άγιο Όρος το 1914, όπου έγιναν φίλοι. Το 1917 ο Καζαντζάκης υπογράφει ένα συμβόλαιο μίσθωσης ορυχείου στην Πραστοβά της Μάνης και προσλαμβάνει ως βασικό του συνεργάτη τον Γιώργη Ζορμπά. Η επιχείρηση αποτυγχάνει, αλλά θα χρησιμοποιηθεί ως βιωματική πρώτη ύλη για το μυθιστόρημα.

 

Είπε ο Καζαντζάκης: «Ο Ζορμπάς μ” έμαθε ν” αγαπώ τη ζωή και να μη φοβούμαι το θάνατο. Αν ήταν στη ζωή μου να διάλεγα έναν ψυχικό οδηγό, έναν γκουρού όπως λένε οι Ινδοί, ένα γέροντα όπως λένε οι καλόγεροι στο Άγιον Όρος, σίγουρα θα διάλεγα τον Ζορμπά.»

Το βιβλίο γράφτηκε στην Αίγινα το 1941, με τον αρχικό τίτλο Το συναξάρι του Ζορμπά. Η τελική μορφή του ολοκληρώνεται το 1943. Μέρος του προλόγου δημοσιεύεται στο περιοδικό Κρητικές σελίδες, τχ. 11-12 (Δεκ. 1936 – Ιαν. 1937) 290-292· πιθανότατα, ο Καζαντζάκης σχεδίαζε από τότε το μυθιστόρημα.

Γράφει η Ελένη Καζαντζάκη για την περίοδο εκείνη: «Οι μέρες μίκραιναν, τα τρόφιμά μας λιγόστευαν. Για να μην χάσουμε τις δυνάμεις μας, μέναμε στο κρεβάτι. Τις πιο μαύρες μέρες της πείνας ο Νίκος έγραψε το πιο κεφάτο έργο του: τον Αλέξη Ζορμπά!»

Ο ανώνυμος αφηγητής, ένας διανοούμενος, ο αφηγητής ετοιμάζεται να επιστρέψει στο γενέθλιο νησί του, την Κρήτη, για να εκμεταλλευτεί ένα λιγνιτωρυχείο. Επιθυμεί να αφιερωθεί σε μιαν εργασία πρακτική, όχι γιατί ενδιαφέρεται για το κέρδος αλλά με την ελπίδα να γιατρευτεί από τη θεωρητική του αδράνεια.

«Νοίκιασα σ’ ένα κρητικό ακρογιάλι, προς το Λυβικό πέλαγο, ένα παρατημένο ορυχείο λιγνίτη και κατέβαινα τώρα στην Κρήτη, να ζήσω με απλούς ανθρώπους, εργάτες, χωριάτες, μακριά από τη συνομοταξία των χαρτοπόντικων. Ετοιμάστηκα να φύγω και ήμουν πολύ συγκινημένος, σα νά ’χε κάποιο πολύ κρυφό νόημα το ταξίδι μου ετούτο· μέσα μου είχα πάρει απόφαση ν’ αλλάξω στράτα. “Ως τώρα, ψυχή μου,  έλεγα,  έβλεπες τον ίσκιο και χόρταινες, τώρα σε πάω στο κρέας”.»

Στον Πειραιά συναντά έναν ηλικιωμένο μιναδόρο (εργάτη στα μεταλλεία) μακεδονικής καταγωγής, που του ζητάει να τον πάρει μαζί του. Έχει περάσει πολλές περιπέτειες, έχει κάνει πολλές διαφορετικές δουλειές, και παίρνει τη ζωή όπως έρχεται, χωρίς πολλή σκέψη. Το σαντούρι είναι ο πιστός του σύντροφος στη χαρά και στη λύπη.

Κοίταξα τα χέρια αυτά που κάτεχαν να δουλεύουν τον κασμά και το σαντούρι – γιομάτα ρόζους και χαραμάδες, παραμορφωμένα και νευρικά. Άνοιξαν με προσοχή και τρυφεράδα, σα να ‘γδυναν γυναίκα, το σακούλι κι έβγαλαν ένα παλιό μαγληνό σαντούρι, με πλήθος κόρδες, με μπρούντζινα και φιλντισένια στολίδια και με μιαν κόκκινη μεταξωτή φούντα στην άκρα. Τα χοντρά δάχτυλα το χάδεψαν όλο, αργά, παθητικά, σα να χάδευαν γυναίκα. Κι ύστερα πάλι το τύλιξαν, όπως τυλίγουμε αγαπημένο σώμα μη μας κρυώσει.

Εντυπωσιασμένος από το πάθος και τον αντισυμβατικό χαρακτήρα του Ζορμπά,και τον προσλαμβάνει ως επιστάτη.

Όπως είχε ίσως μαντέψει από την αρχή της γνωριμίας τους, ο Αλέξης Ζορμπάς θα του αποκαλύψει έναν ανεξάντλητο θησαυρό από εμπειρίες, που μαγεύουν τον διανοούμενο. Όπως γράφει στον πρόλογο του έργου ο ίδιος ο αφηγητής, ο Ζορμπάς «είχε ό,τι χρειάζεται ένας καλαμαράς για να σωθεί». και “ο Ζορμπάς μ’ έμαθε ν’ αγαπώ την ζωή και να μη φοβούμαι το θάνατο“.

Είναι άνθρωπος πρωτόγονος, μια ύπαρξη αχόρταγη, χωρίς προκαταλήψεις, που αποδέχεται και ρουφάει τη ζωή, αντί να πιστεύει πως είναι όλα μια πλάνη, μια ψευδαίσθηση.

“Να πέφτεις όπου να ’ναι, με τα μούτρα ! Να πέφτεις με τα μούτρα στη δουλειά, στο κρασί, στον έρωτα και να μη φοβάσαι το Θεό, μήτε το διάολο. Αυτό θα πει παλικάρι !”

«Κατάλαβα πως ο Ζορμπάς ετούτος είναι ο άνθρωπος που τόσον καιρό τον ζητούσα και δεν τον έβρισκα· μια ζωντανή καρδιά, ένα ζεστό λαρύγγι, μια ακατέργαστη μεγάλη ψυχή, που ακόμα δεν αφαλοκόπηκε από τη μάνα της, τη Γης. Τί θα πει τέχνη, έρωτας της ομορφιάς, αγνότητα, πάθος – ο εργάτης ετούτος μου το ξεδιάλυνε με τα πιο απλά ανθρώπινα λόγια.”

Το έργο πρωτοκυκλοφόρησε το 1943, στα χρόνια του πολέμου. Η κριτική ήταν θετική. Γράφει χαρακτηριστικά ο Καζαντζάκης σε επιστολή του προς τον Πρεβελάκη: «Έλαβα την κριτική του Βάρναλη. Πρώτη φορά τα ψακωμένα χείλια του είπαν έναν καλό λόγο. Ας είναι καλά ο Ζορμπάς!»

Μέσα στα επόμενα χρόνια, είναι ενθουσιώδης η υποδοχή που γνωρίζει το βιβλίο σε κάθε μία από τις γλώσσες που μεταφράζεται. Οι New York Times εγραψαν: «Μια αναζωογονητική εξόρμηση στις πιο ηλιόλουστες περιοχές τού ανθρώπινου πνεύματος. Εντελώς διαχρονικό…»

Οι πρώτες αγγλικές εκδόσεις του 1952 (Λονδίνο) και του 1953 (Νέα Υόρκη) του άλλαξαν τον τίτλο σε “Ζορμπάς ο Έλληνας”, Zorba The Greek, ο οποίος και καθιερώθηκε, κάνοντας το Ζορμπά κατά κάποιον τρόπο χαρακτηριστικό τύπο Έλληνα.

Η γαλλική έκδοση «Alexis Zorba» από τις εκδόσεις Plon [στη σειρά Feux Croisés]: «Ανάμεσα στον αρρωστημένο από τον πολιτισμό άντρα, τον αγκυλωμένο από επιφυλάξεις και θρεμμένο με ανατολίτικη φιλοσοφία, και σ’ αυτόν τον εξηντάρη, που κινητοποιείται από ισχυρά ένστικτα, υφαίνεται ο δεσμός μιας φανατικής φιλίας. […] Κατανοεί κανείς πώς ένα τέτοιο έργο μπορούσε να έχει πάνω στον Τόμας Μανν αυτή τη σοκαριστική δύναμη που έχουν οι πρώτες συναντήσεις: ο μεγάλος Γερμανός συγγραφέας δεν δίστασε να το παραλληλίσει με τα αριστουργήματα της αρχαίας εποποιΐας. [..] Αντηχεί μοναδικά στη σύγχρονη λογοτεχνία μας, πλησιάζοντας, ταυτόχρονα, τους μεγάλους Ρώσσους αφηγητές και τους τραγικούς.»

Το 1954 έλαβε το βραβείο του καλύτερου ξένου μυθιστορήματος που εκδόθηκε στη Γαλλία[6]. Συγκαταλέγεται στα 100 Καλύτερα Βιβλία όλων των Εποχών, σύμφωνα με την έκθεση που συντάχθηκε το 2002 από τη Νορβηγική Λέσχη του Βιβλίου

Το έργο ενέπνευσε πάμπολλες διασκευές στο χώρο της τέχνης του θεάματος.

Το 1964 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον σκηνοθέτη Μιχάλη Κακογιάννη με τίτλο Αλέξης Ζορμπάς (Zorba the Greek) ενώ το 1968 έγινε και μιούζικαλ με τίτλο Zorba σε στίχους Fred Ebb, και μουσική John Kander, το ντουέτο που έγραψε θρυλικές επιτυχίες όπως “Σικάγο” και “Καμπαρέ”.

Επίσης ως θεατρικό έργο παρουσιάστηκε στην αθηναϊκή σκηνή από το Γιάννη Βόγλη στον ομώνυμο ρόλο, με μαντάμ Ορτάνς στη Σμάρω Στεφανίδου.

Πηγή:https://el.wikipedia.org/