ΦΡΟΥΛΗΣ Ο ΑΣΧΗΜΟΥΛΗΣ ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ.. audio Παραμύθι
ΦΡΟΥΛΗΣ Ο ΑΣΧΗΜΟΥΛΗΣ ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ.. audio Παραμύθι..Γεωργία Σταυριανέα..
Αφήγηση: Γεωργία Σταυριανέα
Φρούλης ο ασχημούλας χαρταετός..
Ο Φρούλης κοιτούσε με λαχτάρα τα παιδάκια καθώς σκάλιζαν με τα χεράκια τους αετούς στο ράφι, αναζητώντας αυτόν που σε λίγες μέρες θα πετούσε για εκείνους ψηλά στον ουρανό.
«Κοίτα αυτόν…» είπε ένα χαριτωμένο αγοράκι με κόκκινα μαλλιά. Κι έδειξε προς το μέρος του Φρούλη.
Η καρδιά του χτύπησε δυνατά… «Αχ…Τι ωραία!…» σκέφτηκε, «επιτέλους κάποιος με διάλεξε, αυτό σημαίνει στολίδια, ουρά, σκουλαρίκια και κυρίως ένα περήφανο πέταγμα στον αέρα. Υπόσχομαι να κάνω ένα όμορφο αγώνα με τους άλλου χαρταετούς που θα πετούν στο μεγάλο λιβάδι… Τι χαρά!» χαμογέλασε κι έκλεισε τα μάτια του για να δει την εικόνα που είχε φτιάξει στο αετομυαλό του.
Η χαρά του όμως κράτησε ελάχιστα, καθώς ο μικρούλης είχε επιλέξει ένα άλλο αητό, αυτόν με τον κόκκινο σπάγκο που βρισκόταν ακριβώς δίπλα του. Έναν όμορφο κόκκινο χαρταετό με μια ολόκληρη ποδοσφαιρική ομάδα στο κέντρο του και μικρά λευκά πουλάκια να πετούν στον γαλάζιο φόντο.
Τι πίκρα για τον Φρούλη. Είχαν περάσει ήδη πολλά παιδιά και κανένας δεν τον άγγιξε καν. Τι πίκρα.
Τι να φταίει άραγε αναρωτήθηκε . Δεν ήταν όποιος κι όποιος. Ήταν ένας χαρταετός που είχε όνομα και υπογραφή, ένα τόσο δυναμικό και αέρινο όνομα, που του το έδωσε ο μικρός του φίλος ο Βασιλάκης. Τον είχε ζωγραφίσει με τόση αγάπη πάνω σε ένα μεγάλο χρωματιστό χαρτί και ο μπαμπάς του Βασίλη έφτιαξε με αυτή τη ζωγραφιά ένα μεγάλο χαρταετό, ο Βασίλης τον ονόμασε Φρούλη, τον φίλησε για να του δώσει πνοή, τον άγγιξε με το χέρι της καρδιάς για να του δώσει αγάπη, του έκανε και μια μεγάλη αγκαλιά για να του δώσει ζεστασιά, και τον πρόσφερε στο μαγαζί του κύριου Παντελή που πουλούσε διάφορα χειροποίητα πράγματα για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Πόσο μεγάλη τιμή για ένα χαρταετό να δώσει χαρά και ανακούφιση σε κάποιο άτυχο άνθρωπο που δεν είχε χρήματα για να ζήσει! Για να το κάνει όμως αυτό, κάποιος θα έπρεπε να τον αγοράσει. Ήταν θέμα τιμής γι’ αυτόν και πολύ τον στεναχωρούσε που κανένα παιδί δεν το είχε διαλέξει ακόμα.
Η αλήθεια είναι ότι ο συναγωνισμός ήταν μεγάλος. Συναγωνιζόταν ολόκληρη την οικογένεια Ντίσνεϊ, αμέτρητα Νιτζάκια, όμορφες Μπάρμπι, παγωμένες Φρόζεν, Γκορμίτι, Σπαϊντερ μαν, Πόκεμον και πολλά πολλά άλλα…μεγάλος ο ανταγωνισμός και ο Φρούλης εκεί σε μια γωνιά ανώνυμος. «Αχ… τι πίκρα να μη σε ξέρει κανείς…» μουρμούρισε, «…με ζωγράφισε με τόση αγάπη ο Βαίλης. Ο μπαμπάς του χρησιμοποίησε τα καλλίτερα υλικά για να με φτιάξει γερό, για να μπορώ να πετάξω πολύ πολύ ψηλά, για να είμαι χαρταετός με προδιαγραφές, με ιδιαίτερες ικανότητες… Αχ… με φάγανε τα μίντια …» κλαψούρισε στεναχωρημένος ο Φρούλης… «Οι αξίες δεν μετράνε πια… δεν είμαι διάσημος, με θεωρούν ένα τίποτα, αυτό νομίζουν πως είμαι, αλλά έχω τόσο λαμπερή ψυχή… γιατί κανείς δεν τη βλέπει;» αναρωτήθηκε πολύ λυπημένος ο Φρούλης…
Ένα κοριτσάκι που η μαμά του το φώναζε Λουΐζα πήρε ξαφνικά στα χέρια της τον Φρούλη… «Μαμά; Δες ένα αετό, τον λένε Φρούλη…» γέλασε όμορφα, «τι περίεργο όνομα, αυτόν θέλω…» είπε η Λουΐζα δίνοντας τεράστια χαρά στον Φρούλη.
«Τι; Θα πάρεις έναν άγνωστο χαρταετό; Πω.πω.πω …και τι ασχημομούρης θεέ μου…Τι θα πούνε οι φίλοι σου; Άστο κάτω αμέσως. Κοίτα γύρω σου τόσους όμορφους επώνυμους χαρταετούς…Δεν το πιστεύω πως διάλεξες αυτό τον άσημο…»
«Μα… εγώ αυτόν θέλω…» αντέδρασε η Λουΐζα.
«Αποκλείεται!» είπε αυστηρά η μαμά της και τον ακούμπησε κάτω με βία.
Ο Φρούλης ένοιωσε πολύ παρεξηγημένος. Ασχημομούρης; Άγνωστος; Ήταν ένας χειροποίητος αετός, πως μπορούσε να τον απαξιώσει κάποιος τόσο πολύ μόνο και μόνο επειδή δεν έβαινε στην τηλεόραση; Ο Φρούλης τώρα είχε θυμώσει! Τον πονούσε και το κομμάτι που είχε ακουμπήσει με βία στο ράφι η μαμά της Λουΐζας. Ναι… πω. πω… είχε σπάσει εκεί στην άκρη γι’ αυτό ένοιωθε τόσο πόνο. Τώρα έκτος από άσχημος ήταν και κουτσός, αχ! δεν είχε πλέον καμία τύχη. Ο Φρούλης ένοιωσε μεγάλη στεναχώρια, έχασε κάθε όρεξη για πέταγμα.
Το χειρότερο όμως ήρθε σε λίγο, όταν ο υπάλληλος του μαγαζιού τον κοίταξε περίεργα. «Τι έπαθε αυτός;» είπε και τον πήρε στα χέρια του. «Ποιος τον έσπασε; Ωχ…αν τον δει το αφεντικό κάηκα… θα με απολύσει που δεν τον πρόσεχα…» μουρμούρισε χαμηλόφωνα, κοίταξε συνωμοτικά στο βάθος του μαγαζιού να δει αν τον βλέπει κανείς και χωρίς πολλή σκέψη, έσυρε τον Φρούλη μέχρι το δρόμο και τον πέταξε μέσα στον μεγάλο κάδο με τα σκουπίδια…
Ο Φρούλης τρόμαξε, άρχισε να φωνάζει δυνατά… «βοήθεια… μη το κάνετε αυτό… είμαι ένας χαρταετός με λαμπερή ψυχή, μη με πετάτε στα σκουπίδια, κάποιος να με σώσει… βοήθεια…βοήθεια!» Φώναζε, φώναζε, φώναζε, αλλά κανείς δεν τον άκουγε. Δεν ήταν τόσο εύκολο να ακούσει κάποιος ένα άσχημο χαρταετό με λαμπερή ψυχή, θα ήταν μάλλον ευκολότερο αν ήταν ένας λαμπερός χαρταετός και ας είχε άσχημη ψυχή…
Είχε περάσει αρκετή ώρα. Ο Φρούλης ένοιωσε απελπισμένος, παραδόθηκε κι έκλεισε τα μάτια του. Σε λίγο θα πέφτανε πάνω του σκουπίδια, μπορεί να τρύπωναν και γάτες που θα του έσκιζαν με τα κοφτερά νύχια τους το όμορφο χρωματιστό κορμί του… Η τύχη του είχε πιά τελειώσει. Ένα καυτό δάκρυ κύλησε από τα μάτια του. Μα… εκεί που όλα φαίνονταν χαμένα ένα μικρό φωτάκι έπεσε πάνω στον Φρούλη…
Δυο κατάμαυρα λαμπερά ματάκια τον κοίταξαν με περισσή χαρά… Ήταν ένα παιδάκι, από αυτά τα άτυχα, που μαζεύουν χαρτόνια και χαρτιά από τα σκουπίδια για να επιβιώσουν. Ήταν ένα αγόρι με ένα ολόλευκο όμορφο χαμόγελο ο Ζιντέλο. Έριξε το φως πάνω στο Φρούλη και τα μάτια του γέμισαν χαρά…
Ξαφνικά ο Φρούλης έγινε ένας θησαυρός! Πόση χαρά ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του μικρού αγοριού όταν τον πήρε προσεκτικά στα χέρια του! «Τί όμορφος που είσαι…» του είπε μέσα από την καρδιά του, «πόσο τυχερός είμαι που σε βρήκα… αύριο θα έχω εγώ αλλά κι ο Μήλος και η Σάσα ένα χαρταετό να πετάξουμε στο λιβάδι… γιούπι, γιούπι, γιούπι!» φώναξε και χτύπησε τα χεράκια του με χαρά.
Μέχρι το άλλο πρωί ο Φρούλης είχε μια ολόκληρη παρέα να τον φροντίζει. Τα αδέρφια του μικρού του αγοριού σταυροπόδι πάνω στο χορτάρι μοιράστηκαν τη χαρά να ετοιμάσουν τον Φρούλη για το μεγάλο του πέταγμα…
Του έβαλαν φούντες, διόρθωσαν το σπασμένο μέρος, του έβαλαν και σκουλαρίκια από υλικά που βρήκαν στην αποθήκη τους, του έφτιαξαν και μια μεγάλη ουρά από χαρτιά που έκοψαν και κόλλησαν με αλευρόκολλα, μια ιδιαίτερη κόλλα που τους έμαθε να φτιάξουν η γιαγιά τους, που έδινε και τις συμβουλές για το «σχέδιο πτήσης» του Φρούλη…
Ο Φρούλης ήταν τόσο ευτυχισμένος που δεν θα κοιμόταν καθόλου εκείνο το βράδυ, δεν ήθελε να χάσει ούτε μία στιγμή από τη χαρά του…
Ξημέρωσε η Καθαρή Δευτέρα και κει στο καταπράσινο λιβάδι χαρούμενες παιδικές φωνές ολοκλήρωσαν την ομορφιά της φύσης, που μοσχομύριζε από την προσμονή της άνοιξης.
Ο Ζιντέλο ο Μήλος και η Σάσα περήφανοι για τον χαρταετό τους κορδώθηκαν πρωί πρωί στο ξέφωτο καλημερίζοντας το ελαφρό αεράκι που φυσούσε.
«Καλά… έχουμε τον καλλίτερο αετό…»… κορδώθηκε ο Ζιντέλο καθώς δυο αγόρια που περνούσαν ειρωνευτήκαν το Φρούλη…
«Ναι…Τον καλλίτερο από το τέλος…» γέλασε το ένα αγόρι, «Που τον βρήκατε αυτό το φλώρο;» συμπλήρωσε ο άλλος και γύρισε προς το μέρος τους επιδεικτικά, τον τεράστιο δράκο του με τη φίνα αρματωσιά. «Αυτός ο κακομοίρης ούτε καν θα σηκωθεί στον αέρα. Καλλίτερα να τον πάτε ένα περίπατο μαζί με το σκύλο σας γέλασε και συνέχισε το δρόμο του.
«Μη τους ακούς…» είπε ο Μήλος στο Φρούλη και του χαμογέλασε. «Εσύ είσαι αστέρι και θα πας ψηλά να βρεις τους φίλους σου τ’ αστέρια. Τόσο ψηλά θ’ ανεβείς, εντάξει;»
Ο Φρούλης συγκινήθηκε από την εμπιστοσύνη που του έδειχνε ο Μήλος, ήταν πλέον γι’ αυτόν στοίχημα να τους ξεπεράσει όλους…
Σε πολύ λίγο χρόνο άρχισαν να μαζεύονται παρέες και χαρταετοί πολύχρωμοι και με θέματα ιδιαίτερα και εντυπωσιακά. Οι πρώτοι χαρταετοί άρχισαν να ανεβαίνουν. Ο Μήλος κράτησε ψηλά το Φρούλη κι άρχισε να τρέχει σαν άνεμος, πίσω του ο Ζιντέλο κρατώντας με μαεστρία ισορροπία στο σπάγκο και φυσικά η Σάσα άφηνε λίγο λίγο σπάγκο από την καλούμπα σιγοτραγουδώντας ένα όμορφο τσιγάνικο ρυθμό.
Ο Φρούλης άρχισε να ανεβαίνει, να ανεβαίνει, να ανεβαίνει, τα παιδιά από κάτω χειροκροτούσαν. Πέρασε τον Μπόμπ και δύο Φρόζεν, ξεπέρασε ένα τίγρη, χαιρέτισε ένα καταπράσινιο τριφύλλι…και ξαφνικά μπροστά του να ένας δράκος… Τον σκούντησε με τον μεγάλο όγκο του και τον προσπέρασε αναβαίνοντας ψηλά.
Ο Φρούλης έχασε προς στιγμή το πέταγμά του και άρχισε να χάνει ύψος… Ταράχτηκε, και καθώς έπεφτε άκουσε τους χαρταετούς δίπλα του να γελούν ξεδιάντροπα. Ο Φρούλης στεναχωρήθηκε πολύ, μα… τόσο μεγάλος ήταν ο ουρανός, γιατί να μην πετούσαν όλοι μαζί αγαπημένοι; Γιατί γελούσαν που τον έβλεπαν να πέφτει; Που ήταν επιτέλους το αστείο;
Εκείνη τη στιγμή ένας άνεμος τον πήρε ξαφνικά αγκαλιά. Του έκλεισε το μάτι και κρατώντας τον στα αέρινα χέρια του τον πήγε ψηλά, και πιο, ψηλά, και ακόμα πιο ψηλά… Οι φίλοι του από κάτω ζητωκραύγαζαν χαρούμενοι και τον χαιρετούσαν… Οι άλλοι αετοί άρχισαν με πείσμα να κυνηγούν το Φρούλη αλλά όσο αυτός ανέβαινε εκείνοι έμεναν πίσω, και πιο πίσω και πιο πίσω, γιατί τους τραβούσαν κάτω, δεν ήταν ελεύθερο το πέταγμά τους, τα παιδιά δεν τους άφηναν να πετάξουν πιο ψηλά, και ο σπάγκος που τους κρατούσε ήταν ακριβός και γερός…
Ο Φρούλης περήφανος βρέθηκε κοντά στον ήλιο. Ο δικός του σπάγκος ήταν λίγος, ο Μήλος του είχε πει πως θα είχε την ελευθερία να πετάξει μόνος μετά από κάποια μέτρα, τον είχαν αφήσει να φτάσει όσο πιο ψηλά μπορούσε με τις δικές του δυνάμεις. Ήταν πλέον πρώτος… Πετούσε με τη δική του δύναμη και η χαρά του ήταν απέραντη… Σιγά σιγά βγήκε από την ατμόσφαιρα , το σώμα του γέμισε χρώματα, λίμνες, ποτάμια και βλάστηση, έγινε μια νέα γη εκεί ψηλά στο στερέωμα, ένα καινούριο αστέρι, ένα κομμάτι του γαλαξία… Τα ξάστερα βράδια, ο Ζιντέλο ο Μήλος και η Σάσα ξαπλωμένοι πάνω στο γρασίδι κοιτάζουν ψηλά και προσπαθούν να διακρίνουν το αστέρι με το σχήμα του Φρούλη…
Γειά σου Φρούλη, γειά σου φίλε! Τον χαιρετούν…

