Το αγόρι με το κόκκινο κασκόλ.. Αληθινές Ιστορίες..
Το αγόρι με το κόκκινο κασκόλ.. Αληθινές ιστορίες
Γεωργία Σταυριανέα
Το αγόρι με το κόκκινο κασκόλ
Το σπίτι μας ήταν πολύ κοντά στο κέντρο της Αθήνας, στις φυλακές Αβέρωφ.
Ήταν ένα σπίτι με αυλή, που μύριζε βιολέτες και γιασεμί, και είχε πάντα ένα μικρό εποχιακό μποστανάκι που έβαζε η μάνα μας και το φρόντιζε με αγάπη.
Εποχές ένδειας υλικής και πνευματικής. Η πληροφόρηση που είχαν οι άνθρωποι ήταν μόνο από τις εφημερίδες, όσοι διάβαζαν εφημερίδες, και από το ραδιόφωνο, όσοι είχαν ραδιόφωνο..
Θυμάμαι όμως με μια ευχάριστη νοσταλγία αυτή την εποχή.. τους κουβάδες που τρέχαμε να βάλουμε κάτω από τις τρύπες της σκεπής κάθε που έβρεχε, το μπάνιο που κάναμε κάθε Σάββατο στη σκάφη, πράσινο σαπούνι, καφτό νερό με το σιδερένιο κατσαρόλι , και μια μικρή σόμπα πετρελαίου για να ζεσταίνει το κουζινάκι.. Ακόμα έχω στη μύτη μου τη μυρωδιά της αλισίβας.
Όλη αυτή η διαδικασία έμοιαζε με ιεροτελεστία. Κι εμείς χωρίς καμμιά διαμαρτυρία απολαμβάναμε μέσα από τη φροντίδα του μπάνιου, τη γλύκα της μάνας μας, μια γλύκα που εκείνα τα χρόνια δεν περίσσευε πολύ από τους γονείς.
Τη δεκαετία του εξήντα η Αθήνα ήταν ακόμα όμορφη, παντού υπήρχαν λουλούδια, και οι χωμάτινοι χωμάτινοι δρόμοι πλημύριζαν χαρούμενες φωνές από τσούρμο παιδιών που παίζανε με το τίποτα. Ζούσαμε χωρίς φόβο και οι πόρτες μας δεν είχαν διπλοκλειδαριές. Τα καλοκαίρια κοιμόμαστε στην ταράτσα με το φιδάκι πλάι να μας προστατεύει από τα κουνούπια και τους χειμώνες σκεπαζόμαστε με βαριές παντανίες και κοιμόμαστε με τις κάλτσες..
Λίγο πιο πάνω από το σπίτι μας, μέσα σε μια μεγάλη έκταση είχαν καταυλισμό οι τσιγκάνοι.
Γέμιζε μυρωδιές από τσιγαρισμένο κρεμμύδι η ατμόσφαιρα από τις υπαίθριες κουζίνες τους, και πολλές φωνές, φωνές, φωνές, δεν ξεχώριζες, πότε ήταν καυγάδες, πότε γέλια και πότε τραγούδια. Ωστόσο, ούτε οι τσιγγάνοι άφηναν τα παιδιά τους να παίζουν μαζί μας, ούτε οι δικοί μας γονείς επέτρεπαν να παίζουμε με τα παιδιά εκείνα. Ήταν ένας άτυπος νόμος που τον τηρούσαμε χωρίς συζήτηση.
Το όχι, ήταν όχι, χωρίς πολλά λόγια. Χωρίς ερωτήσεις.
Ένα τέτοιο όχι, ήταν και η συναναστροφή μου με το Μανώλη που έμενε λίγο πιο πέρα από τον τσιγγάνικο καταυλισμό, αλλά στην ίδια περιοχή κοντά στα προσφυγικά.
‘Ήταν ένας συνοικισμός με παραγκόσπιτα, που μύριζαν πάστρα, με γλάστρες και κάτασπρες ασβεστωμένες πέτρες που οριοθετούσαν αυστηρά το χώρο τους, βασιλικά στα πρεβάζια τους, και φτωχούς, πάμφτωχους ανθρώπους. Ανθρώπους που ποτέ δεν είχα δει μουτρωμένους.
Τα παιδικά μου μάτια βέβαια δεν μπορούσαν να δουν πιο βαθιά.
Γιατί προβλήματα υπήρχαν και μάλιστα πολλά, αλλά εμείς τα παιδιά είμαστε πάντα έξω από τις κουβέντες των μεγάλων, καλό κακό; Δεν ξέρω. Ξέρω μόνο πως μέσα από την άγνοια τους, την ελλιπή μόρφωσή τους οι γονείς μας, μας μεγάλωναν με αρχές, με κανόνες , ιεραρχία και σεβασμό, προσώπων και πραγμάτων..
Στο σπίτι εκείνο το απαγορευμένο, έμενε ένας άνδρας που τον λέγανε Μανώλη, αλλά όλοι τον φωνάζανε Εμμανουέλα.
Η μάνα μας έλεγε πως ήταν «τοιούτος»..
Έτσι τον λέγανε και οι φίλες της όταν κρυφάκουγα να τον κουτσομπολεύουν και να γελάνε, και κάποιες φορές ο πατέρας μου με τους δικούς του φίλους όταν τα Σαββατόβραδα πίνανε το ουζάκι τους στην αυλή, μιλούσαν για την Εμμανουέλα και γελούσαν χρησιμοποιώντας διάφορα άλλα αστεία υποκοριστικά όπως λυγιά, συκιά, και άλλα που τα έλεγαν στα μουλωχτά για να μην τους ακούσουμε εμείς.. Είχα ακούσει όμως τον κυρ Λάζαρο να τον υπερασπίζεται..
«Εγώ δεν το πιστεύω..» τους είχε πει.. «Άμα δε δεις με τα μάτια σου μη λες κουβέντα.. Και η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν έχει δει κάτι..»
«Είναι ξεκάθαρο..» είχε πει ο πατέρας μου. «Είναι λάθος της φύσης..»
«Κι έτσι νάναι δεν είναι σωστό να χλευάζουν μερικοί μερικοί..»
«Λάζαρε; Μπας και;» τον ρώτησε πονηρά κάποιος από την αντροπαρέα.
Ο Λάζαρος έκοψε την κουβέντα που προφανώς δε οδηγούσε πουθενά, και όλοι μαζί συνέχισαν την κουβέντα τους.
Ωστόσο μέσα στα λόγια τους δεν διέκρινα κακία, ούτε κακή πρόθεση, απλά περιγελούσαν την διαφορετικότητα, αφόριζαν με ελαφριά καρδιά κάθε τι έξω από τα πρότυπά τους, αυτό μόνο. Δεν είχαν και πολλά πράγματα άλλωστε να συζητούν και ο Μανώλης με τα λεπτεπίλεπτα χεράκια, τη θηλυπρεπή του φωνούλα, και τη χαριτωμένη κίνηση στους γοφούς, τους έδινε μια χαρά θέμα για συζήτηση.
Υπήρχαν όμως και κάποιοι άλλοι, που θεωρούσαν το Μανώλη βδέλυγμα, μίασμα, ντροπή της κοινωνίας.
Ένας από αυτούς ήταν ο κύρ’ Ηλίας ο ράφτης και οι δυο γιοί του. Γνωστοί τραμπούκοι της γειτονιάς. Είχαν ξυλοφορτώσει μια φορά ένα τσιγγανόπουλο και παρά λίγο να γίνει σύρραξη στη γειτονιά μας. Ευτυχώς μπήκαν στη μέση οι πιο ηλικιωμένοι και λήξανε το θέμα με μια συγνώμη.
Αυτοί ήταν που ένα απόβραδο, την ώρα που γύριζα από τα αγγλικά, είχαν στριμώξει πίσω από ένα φορτηγό το Μανώλη και τον έσπρωχναν, τον έφτυναν και τον λοιδορούσαν.
«Φτου σου μωρή..» άκουσα να του φωνάζει ο Μήτσος ο μεγάλος του γιός που ήταν ένας άντρας πάνω από εκατό κιλά,
«Να τα μαζέψεις μωρή και να φύγεις παλιολούγκρα.. δεν χωράς στη γειτονιά..» του έλεγε και τον χτυπούσε στο κεφάλι με την χοντρή άκρη της παλάμης του.
Εκείνος με δάκρυα στα μάτια τον παρακαλούσε να τον αφήσει μορφάζοντας από πόνο.
Ο κυρ Ηλίας γελούσε σα να έβλεπε κάτι αστείο.
Μετά ο άλλος γιός ο Νότης, έβγαλε από ένα κουτί κάτι μαύρο σα σκόνη και του το έτριψε βίαια στο πρόσωπο.
«Να.. μωρή..» του είπε, «θα σε μουτζουρώσω, μαύρο θα σε κάνω, για να σε ξέρουν όλοι και να σε αποφεύγουν..»
Είχα σταθεί και τους κοίταζα με δέος. Δεν ήξερα τι να κάνω, αλλά δεν μπορούσα και να φύγω.. Δεν ήταν δίκαιο.
Ο Μανώλης δεν πείραζε κανένα. Έτσι κι αλλιώς κανείς δεν του μιλούσε. Οι περισσότεροι τον απέφευγαν όχι από άποψη αλλά από το φόβο της κατακραυγής.
Τον θυμάμαι με ένα ζευγάρι κόκκινες σαγιονάρες και ένα ψάθινο καπέλο να κάθεται στο κατώφλι του μόνος και καταφρονημένος με ένα τριμμένο περιοδικό στα χέρια να κάνει ότι διαβάζει για να αποφεύγει τα βλέμματα των περαστικών. Είχα πλησιάσει μια δυο φορές στο σπίτι του. Από περιέργεια, ήθελα να δω τι ακριβώς είναι ο «τοιούτος». Δεν φαινόταν κάτι τρομαχτικό.
«Καλημέρα» του είχα πει και του χαμογέλασα.
Μπήκε μέσα χωρίς να μου μιλήσει. Δίκιο είχε. Αν κάποιος τον έβλεπε να μου μιλά θα έμπλεκε άσχημα.
Είχα ρωτήσει τη μάνα μου..
«Μάνα τι είναι ο τοιούτος;»
«Πάψε», μη ξανακούσω από το στόμα σου αυτή τη λέξη, μου είχε απαντήσει. «Κοίτα τη δουλειά σου..»
Υπ’ όψιν, ότι το «κοίτα τη δουλειά σου..» ήταν το μότο της εποχής για όσες ερωτήσεις δεν είχαν απάντηση για εμάς τους μικρούς.
Ρώτησα και τη μεγάλη μου αδερφή,
«Τι είναι τοιούτος; Γιατί τον λένε Μανωλία;»
«Ένας άντρας γυναικωτός.. αυτό είναι..» μου απάντησε.
«Και τι θα πει γυναικωτός;» επέμεινα
«Ουφ.. πάψε.. Δεν έχεις καμιά δουλειά με τη Μανωλία.
Στα μαθήματα σου εσύ..» με αποπήρε..
Το βράδυ εκείνο, που ο Νότης και ο Μήτσος κακοποιούσαν τόσο άδικα το Μανώλη, για πρώτη φορά παράκουσα τους γονείς μου και δεν «κοίταξα τη δουλειά μου»..
Έπιασα από κάτω μια μεγάλη πέτρα και την πέταξα πάνω στον ανυποψίαστο Μήτσο που γελούσε με το μαύρο πρόσωπο του Μανώλη.
«Αφήστε τον ήσυχο» φώναξα ταυτόχρονα.
Η πέτρα τον πήρε στην πλάτη, και πιστεύω πως δεν πόνεσε, μόνο θύμωσε. Θύμωσε πολύ.
«Ρε σπόρε τι έκανες;» είπε και ήρθε προς το μέρος μου..
«Τι σε βάλαμε εσένα; Δικηγόρο; Άντε στο διάβολο» μου είπε και μου κοπάνησε μια σφαλιάρα.
«Μη χτυπάς το παιδί ρε αλήτη..» Άκουσα το Μανώλη να τσιρίζει με την λεπτή του φωνή.
«Μπα, το κάνεις κέφι το αγοράκι μωρή;» του φώναξε αηδιαστικά ο Νότης.
Εγώ για να τους τρομάξω άρχισα να κλαίω και να φωνάζω δυνατά.. Ήξερα πως αυτό πάντα έπιανε στους μεγάλους. Δεν ήθελαν μπλεξίματα.
Και έπιασε όντως, γιατί οι θρασύδειλοι μας άφησαν και έφυγαν αφού μας φτύσανε και τους δυο.
«Είσαι καλά;» με ρώτησε ο Μανώλης με καλοσύνη.
«Ναι.. ψέματα το έκανα..» του είπα και χαμογέλασα.
Εκείνος όμως δεν γέλασε καθόλου.
«Μη το ξανακάνεις» μου είπε αυστηρά, «μην ανακατευτείς ξανά…» είπε με απότομο τρόπο που μ’ έκανε να θυμώσω..
«Εγώ να βοηθήσω ήθελα..» είπα και τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα αληθινά αυτή τη φορά.
«Το σχολείο σου. Μόνο με αυτό να ασχολείσαι» μου είπε και μου γύρισε την πλάτη. Δίκιο είχε , αλλά τότε εγώ είχα παρεξηγηθεί..
Την άλλη μέρα το πρωί την ώρα που έφερε το πάγο ο παγοπώλης ζήτησε από την αδερφή μου να μιλήσει στον πατέρα μου.
«Ο μικρός» τον άκουσα να του λέει, «πολλά πάρε δώσε έχει με τη Μανωλία.. Στο λέω για να έχεις το νου σου.. Είναι στην εφηβεία και μια χαρά μπορεί να τον ξεμαυλίσει ο ανώμαλος. Τους ξέρω γω κάτι τέτοιους. Το νου σου..»
Ο πατέρας μου έγινε έξαλλος.
Άκουσα τη μάνα μου να τον καθησυχάζει.
«Μην ακούς μωρέ τις βλακείες του Ηλία, αυτός φασίστας είναι, και με τους γύφτους τα βάζει και με τη Μανωλία, και με τον εαυτό του τον ίδιο. Μη του δίνεις σημασία. Θα μιλήσω εγώ με το μικρό…»
Εκείνος δεν μίλησε.
Νόμιζα πως το επεισόδιο είχε λήξει αλλά είχα κάνει λάθος γιατί ο πατέρας μου την ίδια κιόλας μέρα πήγε στο Μανώλη και τον απείλησε πως θα του κάψει το σπίτι αν ξαναμιλήσει σε μένα ή τις αδελφές μου.
Το ίδιο βράδυ παρέλαβε κι εμένα.
Δεν με ρώτησε καν τι είχε συμβεί. Ούτε με άφησε να του μιλήσω. Μόνο με απείλησε πως θα με κουρέψει γουλί, πως θα μου σπάσει τα πόδια αν με δει να περνάω μπροστά από το σπίτι του Μανώλη, και ότι από εκείνη τη μέρα σταματούσα τα αγγλικά, γιατί έτσι κι αλλιώς δεν τα πήγαινα καλά και τσάμπα τα λεφτά του έδινε, για να μη τριγυρίζω αργά στο δρόμο και καταντήσω αλήτης και κουνιστός..
Εγώ δεν τόλμησα να αντιμιλήσω, ούτε καν να αντιδράσω γιατί ήξερα ότι αν έκανα κάτι τέτοιο απλά θα έτρωγα πολύ ξύλο, και ήταν θαύμα πως το είχα γλυτώσει. Είχα φάει ξύλο από τον πατέρα μου και για πιο ασήμαντα πράγματα.. Απλά κατέβασα το κεφάλι και εξαφανίστηκα.
Έκλαψα όλη τη νύχτα, και την άλλη μέρα πήγα από άλλο δρόμο στο σχολείο για να μη περάσω μπροστά από του Μανώλη. Ντρεπόμουν πολύ που ο πατέρας μου του είχε φερθεί έτσι..
Συζήτησα το θέμα με τον κολλητό μου το Σωτήρη και τον Κοσμά. Τους είπα τι είχε γίνει, για το μουτζούρωμα του
Μανώλη, για την δική μου τιμωρία.
«Πίσσα θα του έβαλε.. Το κάνανε και στους καουμπόηδες όταν κλέβανε στα χαρτιά» είπε εκστασιασμένος ο Κοσμάς.
«Θέλω να τον δώ…» είπε ο Σωτήρης. «Καλά.. αν του βάλανε πίσσα δεν βγαίνει με τίποτα» συμπλήρωσε..
«Αυτό είναι το θέμα μωρέ;» τους αποπήρα. «και μη γελάτε δεν είναι καθόλου αστείο..»
Κι επειδή παιδιά είμαστε, και το απαγορευμένο πάντα μας γοήτευε, Χωρίς να το καλοσκεφτούμε και οι τρείς αποφασίσαμε να περάσουμε από το σπίτι του Μανώλη να δούμε αν του είχε φύγει η μαυρίλα από το πρόσωπο.
Η αλήθεια είναι ότι εγώ αντέδρασα γιατί φοβήθηκα μη με δει κανείς και το μάθει ο πατέρας μου, αλλά ο εγωισμός δεν με άφηνε να κάνω πίσω.
Περάσαμε λοιπόν μπροστά από το σπίτι του Μανώλη αλλά αυτός δεν καθόταν στα σκαλιά ούτε στην αυλή. Κάναμε το γύρο του σπιτιού αλλά δεν καταφέραμε να δούμε κάτι.
Ο Σωτήρης τότε που ήταν και ο πιο θαρραλέος από τους τρείς μας
Πήγε μέχρι το παράθυρο, σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών του, και κρυφοκοίταξε μέσα.
Ένας μαινόμενος Μανώλης ξεπρόβαλε στην πόρτα και άρχισε να μας βρίζει τόσο έντονα που μας άκουσε θέλοντας και μη όλη η γειτονιά..
«Αφήστε με επιτέλους ήσυχο!» ούρλιαξε.. «Να πάτε όλοι στο διάολο! Βρομόπαιδα!»
Φύγαμε τρέχοντας βλέποντας κεφάλια να ξεπροβάλουν στα παράθυρα και τις πόρτες.
Γύρισα σπίτι σαν τη βρεμένη γάτα και δήλωσα πονοστόμαχο για να ξαπλώσω πριν έρθει ο πατέρας μου.
Όταν ήρθε έκλεισα τα μάτια κάνοντας πως κοιμάμαι. Όλα ήσυχα.
Μετά άκουσα μαχαιροπήρουνα.
Σηκώθηκα και κόλλησα στην πόρτα με τα αφτιά τεντωμένα και το στομάχι μου να γουργουρίζει από την πείνα και προσπάθησα να κρυφακούσω.. Δεν είπανε τίποτα για το θέμα. Προφανώς γιατί δεν είχαν μάθει κάτι.. Περίεργο, στη γειτονιά δεν έμενε τίποτα κρυφό.
Μετά από λίγες μέρες στο σπίτι του Μανώλη γράφτηκαν συνθήματα απειλητικά. Κάποιος του πέταξε και ένα αναμμένο στουπί.
Δεν έμαθα ποτέ ποιος ή ποιοι το κάνανε, ούτε που πήγε να μείνει μετά από αυτό το γεγονός ο Μανώλης. Αλλάξαμε κι εμείς σπίτι και μείναμε σε άλλη γειτονιά.
Γκρεμίστηκαν οι φυλακές, πάνε και οι τσιγγάνοι, και οι παράγκες , και οι κήποι. Η γενιά μας μεγάλωσε, η γειτονιά μας πέθανε, η ζωή συνέχισε το δρόμο της..
Πριν λίγα χρόνια ένας φίλος μου είπε πως τον είδε στο δημόσιο γηροκομείο.
Ένοιωσα την ανάγκη να πάω να τον δω.
Να τον ρωτήσω αν είχε δει τότε αυτούς που έγραψαν τις ασχήμιες στο τοίχο του, και ποιοι ή ποιος επιχείρησαν να τον κάψουν. Ήταν κάτι που με απασχολούσε, ήθελα διακαώς να μάθω αν ο δικός μου πατέρας, του Σωτήρη ή του Κοσμά, είχε συμμετοχή σε αυτό.. Ίσως γιατί είχα βαθιά μέσα μου ενοχές για όσα είχαν συμβεί στο Μανώλη τότε.
Δυστυχώς, παρ’ ότι ήμουν πιά δικηγόρος και είχα πρόσβαση στο ίδρυμα και τα αρχεία του, δεν κατάφερα να τον εντοπίσω. Γιατί κανείς μας ποτέ δεν ήξερε το επώνυμο του. Για όλους μας ήταν και παρέμεινε η Μανωλία..
ΓΕΩΡΓΙΑ ΣΤΑΥΡΙΑΝΕΑ

