AUDIO ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΕΤΧΝΙΑΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΜΙΚΡΕΣ ΑΛΗΘΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Θυμάμαι όλα αυτά που νομίζεις πως έχω ξεχάσει.. Αληθινές Ιστορίες

Θυμάμαι όλα αυτά που νομίζεις πως έχω ξεχάσει..

Αφήγηση: Γεωργία Σταυριανέα

Θυμάμαι όλα αυτά που νομίζεις πως έχω ξεχάσει..   Αληθινές Ιστορίες..

Γεωργία Σταυριανέα

Η οικογένεια μου ήταν μια αστική οικογένεια  και οι γονείς μου αυστηροί και συντηρητικοί.  Στα χρόνια μας έτσι ήταν οι περισσότερες αστικές οικογένειες σε αντίθεση με τις λαϊκές που τα παιδιά τους είχαν λιγότερη παιδεία αλλά περισσότερη ελευθερία.

Και στις δύο περιπτώσεις η υπερβολή των γονιών, έφθανε κάποια από τα παιδιά αυτά στα άκρα, σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις,  που δημιουργούσε η αντίδραση στα μεν παιδιά των αστών, ενάντια στην πίεση και την προβολή των «θέλω» των γονιών από τα παιδιά τους, και στα παιδιά των λαϊκών οικογενειών, από την απόλυτη ελευθερία που τους έδιναν, όχι από άποψη αλλά από την αδυναμία να ελέγξουν τα παιδιά τους παραδομένοι στο μόχθο της επιβίωσης..

Εγώ,  ο Λουκάς, ήμουν παιδί μιας αστικής οικογένειας που ζούσαμε σε ρετιρέ στους πρόποδες του Λυκαβηττού. Πήγαινα σε ιδιωτικό σχολείο κι έπαιζα τένις, ενώ ήθελα να παίζω ποδόσφαιρο, μάθαινα πιάνο, ενώ ήθελα να παίζω μπουζούκι, και έκανα μαθήματα γαλλικών και αγγλικών ενώ αγαπούσα την Ιταλική γλώσσα που άκουγα μέσα από τα αγαπημένα μου τραγούδια.. Εμείς ξέρουμε το καλό σου, σου αρέσει δεν σου αρέσει αυτός είναι ο δρόμος.. έλεγε ο πατέρας μου.. Το δικό μου παιδί δεν  μπορεί να γίνει αλήτης..

 Με λίγα λόγια δεν έκανα τίποτα από ότι ήθελα, δεν ντυνόμουν με τα ρούχα που ήθελα, δεν είχα τους φίλους που ήθελα και όλα όσα κατοικούσαν μέσα στο μυαλό μου ήταν μια ανικανοποίητη επιθυμία.. Η αντίδρασή μου σε όλο αυτό ήταν να έχω γίνει το «φυτό»  του σχολείου προσπαθώντας μέσα από το ατελείωτο διάβασμα να επιβεβαιωθώ,  καταλήγοντασ αντικοινωνικός, χωρίς φίλους χωρίς ενδιαφέροντα. Ήμουν ένα όμορφο αγόρι που όμως τα κορίτσια απέφευγαν, και με χαρακτήριζαν φύτουλα, σπασικλάκι, και Γουτού από το διήγημα Γουτού Γουπατού του Παπαδιαμάντη, που είχα διαβάσει στο μάθημα , με τόσο πολύ πάθος που είχα κάνει την κυρία Σούλα την φιλόλογο να με αγκαλιάσει και να με φιλήσει.

Ο Νότης ήταν ένα παιδί μιας λαϊκής οικογένειας. Έμενε στα Πευκάκια, πήγαινε στο δημόσιο σχολείο, δεν ήταν καλός μαθητής, έπαιζε όλη μέρα μπάλα στο δρόμο καταστρέφοντας το μοναδικό ζευγάρι παπούτσια που δικαιούταν να έχει. Δεν ντυνόταν όπως ήθελε γιατί οι γονείς του δεν είχαν χρήματα, δεν μάθαινε κιθάρα κάτι που ήθελε τόσο πολύ.. Για ξένη γλώσσα ούτε καν, άλλωστε στο σχολείο μάθαινε Γαλλικά, του έφτανε και περίσσευε, όποιος ήθελε να μάθει γράμματα θα μάθαινε, αλλιώς δουλειά.. έτσι έλεγε ο πατέρας του.. Δεν θα γίνεις αναρχικός ή αλήτης γιατί τότε δεν έχεις θέση σε αυτή την οικογένεια.. Εγώ χαραμοφάηδες δεν θρέφω..

Με λίγα λόγια και ο Νότης επίσης ελάχιστα πράγματα έκανε από όσα θα ήθελε, και οι ανικανοποίητες επιθυμίες του γίνονταν βουνό μέσα στο μυαλό του.. Η αντίδραση του Νότη  σε όλο αυτό ήταν να γίνει παραβατικός. Έκλεβε πράγματα από τα περίπτερα, έκλεβε εξαρτήματα από μηχανάκια, ήταν βίαιος και απότομος στη συμπεριφορά του. Ο Νότης εκτός των άλλων συχνά κάπνιζε και χόρτο, μια κακή συνήθεια  που στα χρόνια της αθωότητας ακουγόταν ηρωική.

Ήταν ο Νότης η άλλη πλευρά του νομίσματος,  μια θέση που λίγοι τολμούσαν να προσεγγίσουν, όσοι όμως το έκαναν τύχαιναν θαυμασμού από τα παιδιά που στα χρόνια μου ήταν αρκετά καταπιεσμένα.

Ήταν αποκριές και ήμουν προσκαλεσμένος σε ένα μασκέ πάρτυ που οι γονείς μου μου είχαν επιβάλει να πάω γιατί η Λία το κορίτσι που το διοργάνωνε, ήταν κόρη της καλλίτερης φίλης της μαμάς μου.

Επίσης το πάρτι αυτό θα ήταν επιτηρούμενο από ενήλικες, όποτε ήταν ασφαλές από οποιαδήποτε παρασπονδία εκ μέρους των παιδιών..

Η μητέρα μου διάλεξε τη στολή μου, που ήταν ένα εντυπωσιακό ντόμινο και ο πατέρας μου με πήγε στο πάρτι.

Ήμουν δεκαέξι αλλά δεν είχα καμία ελευθερία, δεν μου δινόταν καμία επιλογή, μιλούσα στον πληθυντικό στους γονείς μου και ο σεβασμός στις επιθυμίες τους ήταν μονόδρομος..

Στο πάρτι λοιπόν αυτό γνώρισα  το Νότη ο οποίος ήταν ο μόνος που δεν ήταν μασκαρεμένος. Φορούσε στραβά μια τραγιάσκα και ένα λαδί ξεχειλωμένο πουλόβερ.

Τον άκουσα να υποστηρίζει πως αντιπαθούσε αυτή τη γελοιότητα της μασκαράτας, πως οι άνθρωποι είχαν αυτή την ανάγκη, όχι να βάζουν αλλά για να βγάζουν τις μάσκες, πράγμα που αντικατοπτριζόταν στη στολή που φορούσαν..

«Ναι.. Όσα δεν φτάνει η αλεπού..» του είχε πει η  Πηνελόπη που ήταν ντυμένη Μαρκησία..

«Τότε Λόπη πες μας, γιατί δεν ντύθηκες κάτι διαφορετικό;» πετάχτηκα κι εγώ που απεχθανόμουν τις απόκριες.

«Ας πούμε αλεπού  ή και λύκος, μια και το ανέφερες.. Η Μαρκησία  νομίζω πως δεν ήταν μασκαράς, ή μήπως ήταν;»

«Χα..χα.. το φυτό απεφάνθει.. Είπε ο Μίλτος που ήταν σούπερμαν.. «κανονικά εσύ έπρεπε να ντυθείς γλάστρα, χαχαχα..»

«Αστείο.. γελάσαμε.. χαχαχα..» μπήκε στη μέση και τον ειρωνεύτηκε ο Νότης..

«Αν θέλεις να μάθεις κύριε σούπερμαν με την μικρή λουλού στο παντελόνι, η μόνη αποκριάτικη έντιμη στολή είναι το Ντόμινο..» συνέχισε… γιατί είναι η μόνη στολή που δεν έχει να δηλώσει τίποτα, ούτε φύλο, ούτε δόξα, ούτε μεγαλεία, ούτε δύναμη.. δηλαδή οι κρυφές επιθυμίες  που βγαίνουν στα μασκαρέματα..

Ο Μίλτος κοκκίνησε και ήταν έτοιμος να επιτεθεί στον Νότη, αλλά εκείνος του γύρισε απαξιοτικά την πλάτη και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο που ήταν κρεμασμένα τα πανωφόρια.

Τον ακολούθησα γιατί οι απόψεις του μου είχαν κεντρίσει το ενδιαφέρον..

«Μη τους δίνεις σημασία.. Έτσι κάνουν συνήθως. Σχολιάζουν ότι κινείται..» του είπα χαμογελώντας. «Σε πιο σχολείο πηγαίνεις; Δεν σε έχω δει στο δικό μας.»

«Το σχολείο σου είναι σχολείο για φλώρους.. Σου μοιάζω με φλώρο;» μου απάντησε και με κοίταξε ερευνητικά..

«Δεν σου ταιριάζει το μασκάρεμα ρε φίλε.. Φαίνεσαι κάτι καλλίτερο από Ντόμινο.. μου είπε κοιτάζοντας με.

«Φεύγεις;» τον ρώτησα καθώς είδα να ψάχνει το μπουφάν του.

«Ναι.. δεν γουστάρω άλλο.. ήρθα για το χατίρι της μάνας μου και μόνο, δουλεύει στο σπίτι αυτό και με κάλεσαν από συμπάθεια..

«Μας κάνετε χάρη; Τι μας λέτε;» είπε σαν να μίλαγε σε κάποιον…

«Να σου πω την αλήθεια φίλε, ούτε εγώ γουστάρω, βλέπεις να διασκεδάζω; κι εγώ για χάρη της μάνας μου ήρθα,  αλλά δυστυχώς εγώ…δεν μπορώ να φύγω..»

«Και γιατί δεν μπορείς; Πονάνε τα πόδια σου;» με ειρωνεύτηκε.

«Μας παρακολουθεί ο αδερφός της Λίας και η μαμά του. Δεν τους βλέπεις; Επίσης θα έρθει ο πατέρας μου να με πάρει.. πρέπει να είμαι εδώ…»

«Και; Να είσαι όταν έλθει, μέχρι τότε άντε εκεί που γουστάρεις..»

«Μα.. αν φύγω θα τον ενημερώσουν αμέσως..»

«Καλά κατάλαβα .. άντε για..» είπε και φόρεσε ένα δερμάτινο μαύρο σακάκι.

«Που θα πας εσύ;» τον ρώτησα και η καρδιά μου σκίρτησε για επανάσταση..

«Άμα έχεις κάκαλα έλα μαζί μου να νοιώσεις αδρεναλίνη..» είπε..  «αλλιώς κάτσε με τα φλώρια και τις μαρκησίες..» συμπλήρωσε, κοντοστάθηκε και με κοίταξε..

« Ρε συ, μασκαράδες είναι όλοι..» είπε, «δεν ξεχωρίζουν ποιος είναι ποιος, άλλωστε είδα κι άλλα ντόμινα, ούτε που θα το καταλάβουν πως λείπεις.. Μη το σκέφτεσαι ρε φίλε, η ζωή είναι πρόκληση..»

Χωρίς να το σκεφτώ πολύ πήρα στην τύχη ένα παλτό και το φόρεσα πάνω από το Ντόμινο. Δεν είχα κάνει καμία αταξία στη ζωή μου. Για όλα τα πράγματα υπάρχει πρώτη φορά έλεγε ο πατέρας μου.. ε λοιπόν να η ευκαιρία μου.. ο Νότης μου φαίνεται εξηγημένο παιδί. Σκέφτηκα με την αφέλεια της άγνοιας που είχα σαν αποστειρωμένο παιδί που ήμουν..

Ο παγωμένος αέρας με έκανε να νοιώσω όμορφα. Πήρα βαθιά ανάσα, καλλίτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή.. σκέφτηκα και χαμογέλασα..

Πήραμε με τα πόδια τον περιφερειακό του Λυκαβηττού και κατεβήκαμε στα Εξάρχεια.

«Δεν μου είπες σε πιο σχολείο πηγαίνεις..» τον ρώτησα σε μια προσπάθεια να πιάσω κουβέντα για να γνωριστούμε,

«είμαι γραμμένος στο πέμπτο.. στα Πευκάκια» μου απάντησε.. «αλλά δεν πηγαίνω και πολύ τακτικά στο σχολείο..»

Πάει σχολείο όποτε θέλει, πάει όπου θέλει… τι ωραία ζωή συλλογίστηκα, όχι σαν εμένα που δεν παίρνω ανάσα χωρίς να ζητήσω άδεια.. Αϊ σιχτίρι..

Φτάσαμε στα Εξάρχεια και μπήκαμε σε ένα παλιό σπίτι.. Εκεί συναντήσαμε μια παρέα που η αλήθεια είναι ότι με τρόμαξε λίγο μιας και ήταν έξω από τα δικά μου πρότυπα.

Τα παιδιά εκεί ήταν αλλιώς ντυμένα, και ο χώρος φτωχικός έως εξαθλιωμένος. Ένα κορίτσι η Ματίλντα με αγκάλιασε με αγάπη. «καλώς τον» μου είπε και έκανε χώρο στον καναπέ που καθόταν.

Ένοιωσα άνετα με τα παιδιά αυτά που καθόλου δεν ήταν  ξιπασμένα σαν τους δικούς μου φίλους, όμως υπήρχε κάτι που δεν μπορούσα να καταλάβω δεν μου καθόταν καλά.. Η ατμόσφαιρα ήταν κάπως φορτωμένη από μυρωδιά μούχλα, και τσιγάρο.. Δεν έδωσα σημασία όμως, ήμουν ενθουσιασμένος που το είχα σκάσει κι εγώ μια φορά από κάπου..

Ο Νότης μου έφερε ένα ποτό. «Δεν πίνω του είπα ευγενικά και έσπρωξα το ποτήρι. «Έλα..»  μου είπε,  «δεν πεθαίνεις με μια βότκα..»

Μετά το τρίτο ποτό είχα χάσει εντελώς τις αναστολές μου και ίσως για πρώτη φορά γελούσα πραγματικά με την καρδιά μου. Ένα γέλιο που σε λίγο μου βγήκε ξινό..

Πάμε για αδρεναλίνες; είπε κάποια στιγμή ο Νότης γελώντας και κρέμασε στον ώμο του μια τσάντα. Ποιος είναι μέσα;

Παιχνίδι είναι ; Ρώτησα με αφέλεια..

Έλα και θα δεις. Αποκρίθηκε ο Νότης χαμογελώντας και σηκώθηκε..

Μαζί μας ήρθε και ένα  άλλο αγόρι ο Τάκης  και ακολουθώντας τους βρέθηκα σε κάτι στενά που δεν είχα ξαναδεί.

Ξαφνικά τους είδα να σταματάνε μπροστά σε ένα μηχανάκι. Κοίταξαν δεξιά και αριστερά και από τον κόρφο του ο Τάκης έβγαλε ένα κόφτη. Με δεξιοτεχνία έκοψε την αλυσίδα, ενώ ο Νότης  που παρακολουθούσε το δρόμο με φώναξε να πάω κοντά.

‘Έλα θα πάμε  βόλτα..τρικάβαλο .. μου είπε και γέλασε. Γέλασα κι εγώ που το αλκοόλ είχε θολώσει την κρίση μου.. Μην αργήσουμε όμως .. είπα έχοντας στην άκρη του μυαλού  μου, πως έκαναν κάτι έξω από τα όρια μου.. μάλλον εγώ δεν θα έλθω.. Το μηχανάκι; Δεν είναι δικό μας, δεν είναι σωστό.. ψέλλισα

Όχι ρε.. Μην ανησυχείς.. με διαβεβαίωσε. Θα το επιστρέψουμε, και θα σε πάμε στο πάρτυ έγκαιρα, μη φοβάσαι έλα..

Είμαστε και οι τρείς πάνω στο μηχανάκι που ο Νότης είχε βάλει μπροστά σκυμμένος με κάποιο τρόπο  που δεν κατάλαβα.  Μου έδωσαν να κρατώ αγκαλιά την τσάντα και κάθισα μπροστά από τον Νότη που οδηγούσε, ενώ ο Τάκης βολεύτηκε στη σχάρα..

Είχαμε ξεκινήσει την βόλτα και γελούσαμε χωρίς λόγο,  όταν από μία γωνία ξεπρόβαλε ένα περιπολικό που μας έκλεισε το δρόμο..

Ο Νότης με μια κίνηση έριξε απότομα το μηχανάκι στο δρόμο και σαν αγριόγατα χάθηκε τρέχοντας στο πλαϊνό στενό.

Εγώ που από την πτώση είχα συρθεί μερικά μέτρα  στην άσφαλτο σηκώθηκα και ξεσκόνισα τα ρούχα μου χωρίς να έχω καταλάβει τι συνέβαινε..

Τα πόδια μου λύγισαν καθώς ο αστυνομικός με τράβηξε από τα μαλλιά και με έσυρε από το δρόμο ενώ στα χέρια μου κρατούσα  ακόμα σφιχτά την τσάντα.

Τον Τάκη τον άρπαξε ο άλλος αστυνομικό και τον οδήγησε σε μια κλούβα μερικά μέτρα πιο πέρα.

Εγώ έβαλα τα κλάματα και παρακαλούσα να με αφήσουν. Προσπαθούσα να τους εξηγήσω πως δεν είχα ιδέα για όλα αυτά, πως ήμουν στο πάρτι και πως ο Νότης με παρέσυρε σε όλο αυτό.

Όσο κι αν έκλαψα δεν έπεισα κανέναν. Κρατούσα στα χέρια μου μια τσάντα που είχε μέσα αναρχικά φυλλάδια και μερικά τσιγαριλίκια, πάνω σε ένα κλεμμένο μηχανάκι με την ανάσα μου να μυρίζει έντονα αλκοόλ.. Δεν με έσωζε τίποτα..

Η διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν η γνωστή.

Αποτυπώματα, φωτογραφίες, κρατητήριο..

Επειδή ήμουν ανήλικος καλέσαν αμέσως τους γονείς μου. Ήρθε στο τμήμα ο πατέρας μου ο οποίος μπροστά στον αστυνομικό υπηρεσίας με χαστούκισε..

«Ντροπή σου» μου είπε, «με ρεζίλεψες.. αλήτη! Από σήμερα δεν έχω γιό..»

«Μάταια προσπάθησα με κλάματα και  παρακάλια να τον πείσω πως δεν είχα κάνει τίποτα, πως δεν ήξερα.. Πως ήταν μια κακή απόφαση στιγμής..

Ούτε η μάνα μου μπόρεσε να κάνει τίποτα. Ο Πατέρας ήταν πολύ απόλυτος και αυστηρός. Με αφήσανε στα χέρια του νόμου για να βάλω μυαλό, έτσι είπε ο πατέρας μου ενώ εγώ έκλαιγα και παρακαλούσα..

Πέρασα δύσκολες ώρες μέσα στο κρατητήριο με μια άγνωστη για μένα συμπεριφορά και μεταχείριση, καθώς τα πρησμένα από τα μάτια μου κλάμα δεν συγκίνησαν κανέναν..

Η περιπέτεια εκείνη έληξε σχετικά ομαλά γιατί η κοινωνική θέση του πατέρα μου βοήθησε να μην έχω σοβαρές συνέπειες. Με άφησαν όμως να υποστώ όλο τον εξευτελισμό για να βάλω μυαλό, ενώ ήξεραν καλά, το γνώριζαν,  πως εγώ  δεν θα έκανα ποτέ κάτι τέτοιο. Παιδί τους  ήμουνα και πάντα υπόδειγμα υπακοής.. ένοιωσα ότι με αδικούσαν, πάρα πολύ..

Η συμπεριφορά των  γονιών μου με πλήγωσε βαθιά.

Κλείδωσε την καρδιά μου, την αγάπη μου για ζωή..

Ένα λάθος και με καταδίκασαν κι ας ήμουν παιδί ..

Ο νόμος δεν με καταδίκασε εκείνοι όμως το έκαναν. Με δίκασαν, με καταδίκασαν,  και μου θύμιζαν ανά πάσα στιγμή το λάθος μου.. Μου θύμιζαν πως τους απογοήτευσα, πως δεν μου είχαν πλέον καμία εμπιστοσύνη, πως ήμουν ένας αλήτης που με την πρώτη ευκαιρία είχα κυλιστεί στο βούρκο..

Αυτό το λάθος με ακολούθησε σε όλη μου τη ζωή..  Με ακολουθεί ενδόμυχα μέχρι σήμερα.. Με ακολούθησε σε κάθε δουλειά που αναζήτησα και χρειαζόταν το ποινικό μου μητρώο περισσότερο από τις γνώσεις μου..

Στο σχολείο μαθεύτηκε το συμβάν και πήρα αποβολή.. Τίποτα δεν ήταν πλέον όπως πριν.

Ήμουν  δακτυλοδειχτούμενος και όπου πήγαινα άκουγα από πίσω μου κουτσομπολιά..

Μια μέρα καθώς επέστρεφα από το φροντιστήριο, στη γωνία Ιπποκράτους και Χαριλάου συνάντησα τον Νότη..

Τον προσπέρασα χωρίς να του μιλήσω, ‘ήμουν πολύ θυμωμένος μαζί του.. αλλά με σταμάτησε τραβώντας με από το μπουφαν..

«Ρε φίλε.. Συγνώμη..» μου είπε σφίγγοντας το μπράτσο μου.

«Μια κουφάλα μας είδε από το παράθυρο να παίρνουμε το μηχανάκι και κάλεσε την αστυνομία. Έτσι την πατήσαμε.. Ήταν μια άτυχη στιγμή..»

«Άτυχη στιγμή;» του είπα έντονα.. «Άτυχη στιγμή; Ξέρεις τι έχω περάσει και περνάω ακόμα για την άτυχη αυτή στιγμή; Κι εσύ τι έκανες; Την κοπάνισες και με άφησες ανυπεράσπιστο στα χέρια των μπάτσων, χωρίς να φταίω..»

«Εντάξει.. δίκιο έχεις, αλλά τι νόημα νομίζεις ότι θα είχε να έμενα, θα έπιαναν κι εμένα, μήπως θα με πίστευαν αν έλεγα ότι εσύ δεν ήξερες τίποτα; Ούτε καν..»

«Εδώ δεν με πίστεψε η μάνα μου..» είπα με παράπονο ξεσπάζοντας αυτό που είχα μέσα μου τόσο καιρό, «και στο σχολείο με αντιμετωπίζουν σαν εγκληματία..» έβαλα τα κλάματα  χωρίς να το θέλω..

«Ρε φίλε, συγνώμη, αλήθεια συγνώμη..» μου είπε με ειλικρίνεια ο Νότης και άπλωσε το χέρι του..

«Φίλοι;» μου είπε και με κοίταξε στα μάτια..

«Φίλοι».. του απάντησα ξέπνοα και άπλωσα το χέρι μου ενώ εξακολουθούσα να κλαίω.

Ο Νότης μου πρότεινε να πάμε για ένα καφέ κι εγώ δέχτηκα χωρίς να με νοιάζει αν αργούσα να γυρίσω σπίτι. Έτσι κι αλλιώς αλήτη με λέγανε, ας το λέγανε δικαιολογημένα…

Άρχισα να κάνω παρέα με το Νότη και την παρέα του.. τον Τάκη που και αυτός τη γλύτωσε φτηνά από την τρικάβαλη τσάρκα μας,  γιατί ο θείος  του ήταν αστυνομικός και τον ξελάσπωσε, τη Ματίλντα που τα φτιάξαμε, τον Κώστα που προετοιμαζόταν για Πολυτεχνείο και την Ζώζα που την είχαν διώξει οι γονείς της από το σπίτι και έφτιαχνε κοσμήματα για να ζει.. Η Ζώζα δεν πήγαινε σχολείο και έμενε με τη Σοφία που ήταν φοιτήτρια.

Στο σπίτι άρχισα να έχω σοβαρά προβλήματα. Ο πατέρας μου που με είχε προγραμματίσει για οικότροφο φοιτητή της ιατρικής , σε πανεπιστήμιο στο εξωτερικό, βλέποντας ότι το σχέδιο του βρισκόταν σε κίνδυνο, μια και είχα αρχίσει να παραμελώ το διάβασμα έγινε βίαιος.. Με χτυπούσε σε κάθε ευκαιρία, κι όσο εγώ δεν αντιδρούσα, τόσο γινόταν πιο επιθετικός.

Η μάνα μου το έριξε στα θεία και προσευχόταν στο Θεό να μου βάλει μυαλό.. Δεν με ρώτησαν ποτέ πώς ένοιωθα, δεν αναρωτήθηκαν ποτέ πως ένοιωθα..

Δεν άργησα να μπλέξω με ναρκωτικά. Ήταν το τελειωτικό χτύπημα για τους γονείς μου, που όταν το ανακάλυψαν με πέταξαν έξω από το σπίτι με τη συμβουλή του ψυχολόγου της οικογένειας..

Έχασα  εντελώς τον εαυτό μου και έγινα επιθετικός πραγματικός αλήτης… Παράτησα το σχολείο στο παραπέντε, και γύριζα στους δρόμους χωρίς προορισμό τις περισσότερες φορές χωρίς φαγητό, κυρίως όμως χωρίς καρδιά.. σαν να είχε παγώσει κάτι μέσα μου και η ζωή μου προβαλλόταν μπροστά μου σαν μια άσχημη ταινία που έβλεπα στον κινηματογράφο..

Το νεαρό της ηλικίας μου έκανε τους απλούς  άγνωστους ανθρώπους να με συμπονούν και να μου δίνουν χρήματα και τρόφιμα ώστε να επιβιώνω. Πάντα θα τους ευγνωμονώ γι’ αυτή τους την  καλοσύνη, την μόνη που είχα δει μέχρι τότε..

Ήμουν  λίγο πριν το γκρεμό όταν μου απλώθηκε ένα χέρι. Ήταν το χέρι μιας γλυκιάς κοπέλας της Κορίνας, που δούλευε σε κέντρο απεξάρτησης. Ήταν και αυτή πρώην ναρκομανής, από οικογένεια σαν και τη δική μου, και με βρήκε ένα κρύο πρωινό στην πλατεία Κοτζιά παρέα με τον Ρούλη, ένα αδέσποτο σκύλο που είχα υιοθετήσει και ζούσαμε μαζί στο δρόμο.. Χάιδεψε το σκυλί και μου πρόσφερε το ζεστό ρόφημα που κρατούσε στα χέρια της.

Μίλησε μαζί μου και μου πρότεινε να πάω στο κέντρο απεξάρτησης που δούλευε.

«Μπορείς να πάρεις μαζί σου και το Ρούλη..» μου είπε..

Το ζεστό της χαμόγελο, η καλή καρδιά της και η απελπισία μου με οδήγησαν στο κέντρο απεξάρτησης..

Ζορίστηκα αλλά τα κατάφερα και ξέφυγα από τον εφιάλτη..

Δεν έγινα ποτέ ο διάσημος γιατρός που ονειρευτήκαν οι γονείς μου.

Έγινα μόνο ένας ταπεινός, φτωχός, γιατρός των ψυχών…

Ακόμα και σήμερα  δουλεύω με την  Κόριννα,  στο κέντρο  απεξάρτησης βοηθώντας  εξαρτημένους ανθρώπους, παραστρατισμένα παιδιά, χωρίς ερωτήσεις,  χωρίς κριτική, χωρίς γιατί, χωρίς  την κοινωνική απαξίωση που επιδεινώνει αυτές τις καταστάσεις..

Τους γονείς μου δεν τους ξαναείδα και δεν ξέρω αν θα το κάνω κάποτε..

και ο μόνος λόγος που δημοσιεύω την ιστορία μου, είναι γιατί δικαιούμαι  να πω στους γονείς μου, στους γονείς όλων των τάξεων, όλων των ηλικιών.. πως τα  παιδιά χρειάζονται τους γονείς και όχι τις παροχές τους, τα παιδιά χρειάζονται προσωπικό χρόνο με τους γονείς κι όχι με τους παππούδες  τις νταντάδες, και τους δασκάλους στα σχολεία μελέτης.. τα παιδιά χρειάζονται κατανόηση και αγάπη.. τα παιδιά είναι παιδιά κι όταν  κάνουν λάθη δεν τα ρίχνουμε στον καιάδα.. τα παιδιά δεν χρειάζονται μόνο φαγητό για να μεγαλώσουν,  χρειάζονται αγκαλιά..