ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΜΙΚΡΕΣ ΑΛΗΘΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Η ΝΥΦΗ..

Η ΝΥΦΗ..

Αφήγηση:Γεωργία Σταυριανέα

Η Νύφη..

Ήταν ένα θλιμμένο χειμωνιάτικο πρωινό γεμάτο βροχή και μπουμπουνητά.Ζούσαμε σ’ ένα χωριό της Πάτρας και οι χειμώνες ήταν πάντα δύσκολοι για μας γιατί το κρύο ήταν τότε τσουχτερό και τα μέσα που είχαμε για να ζεσταθούμε δεν ήταν επαρκή. Κοιμόμαστε όλες μαζί οι τρείς αδελφές στο δωμάτιο με το τζάκι κουκουλωμένες με τόσο βαριές μπατανίες που με δυσκολία αλλάζαμε πλευρό.. Όταν πέθανε ο πατέρας μαζί μας κοιμόταν και η μητέρα ,γιατί τα άλλα δύο δωμάτια του σπιτιού μας ήταν υγρά και παγωμένα.

Θυμάμαι το Μπαγάσα το γατούλη μου, να χώνει το κεφάλι του στην τσέπη της ξεχειλωμένης γκρι ζακέτας μου για να ζεσταθεί και να με ζυμώνει με τις ροζ μικροσκοπικές πατουσίτσες του γουργουρίζοντας με αγάπη.

Είμαστε μια φτωχή, όπως και οι περισσότερες οικογένειες εκείνη την εποχή, που προσπαθούσαμε  να ορθοποδήσουμε μετά από τα μαύρα χρόνια του πολέμου.

Η κυρά Βασίλαινα η Ρορώ είχε έλθει εκείνο το πρωί στο σπίτι μας.

Είχε το παρατσούκλι Ρορώ γιατί δεν μπορούσε να αρθρώσει καθαρά  το ρώ..

Μικρά παιδιά εμείς, χωρίς ιδιαίτερα ψυχαγωγικά ερεθίσματα ,διασκεδάζαμε και γελούσαμε με το παραμικρό.

 Με την Σμαραγδή τη φίλη μου, όταν ερχόταν η Ρορώ, κρυβόμαστε κάτω από το τραπέζι με το μακρύ ως το πάτωμα υφαντό τραπεζομάντηλο και γελούσαμε βουβά για κάθε λέξη που πρόφερε παράξενα η Ρορώ.

Η Σμαραγδή έμενε στο διπλανό σπίτι και είμαστε αχώριστες από μικρές..

Ήξερε όλα τα μυστικά μου κι εγώ τα δικά της. Εκείνη είχε τέσσερα αδέρφια όλα αγόρια και ήταν η μικρή,  όπως κι εγώ ήμουν το μικρό της οικογένειας.

 Εκείνα τα χρόνια οι οικογένειες είχαν πολλά παιδιά. Εμείς μείναμε μόνο τρεις γιατί θυμάμαι τον πατέρα να λέει πως δεν θα διακινδύνευε να κάνει τέταρτο κορίτσι οπότε μείνανε σε μένα.

Δύσκολα χρόνια τότε. Οι γονείς ήταν σκληροί με τα παιδιά τους, ειδικά με τα κορίτσια. Μας θεωρούσαν μπελάδες.

Ο πατέρας έλεγε πως έχει τρία γραμμάτια.. γραμμάτια αποκαλούσε εμένα και τις αδερφές μου. Όταν ήταν στο σπίτι είχαμε απόλυτη σιωπή για να τον αφήνουμε να ξεκουραστεί. Κι όταν εμείς κάναμε φασαρία ή τσακωνόμαστε μεταξύ μας, μας χτυπούσε στα πόδια με μια βίτσα που έκοβε από τη μουριά χωρίς ποτέ να ρωτήσει  ποιο ήταν το πρόβλημα που μαλώναμε. Καμία επικοινωνία.. εμείς είμαστε εκεί για να τρώμε, να βοηθάμε τη μάνα και να κάνουμε ησυχία..

Κι εγώ όταν εκείνος πέθανε από μια άγνωστη για τα χρόνια εκείνα αρρώστια, θυμάμαι πως καθόλου δεν στεναχωρήθηκα, κι όταν η μάνα μας μαυροφόρεσε και τις τρεις παρ’ ότι είμαστε μικρά παιδάκια θυμάμαι πως έκοβα από τον κήπο λουλούδια και τα στερέωνα πάνω στα μαύρα ρούχα για να τους παίρνω τη μαυρίλα που έπεφτε βαριά στην παιδική μου ψυχή.

Η αλήθεια είναι ότι η μάνα μας μόχθησε για να μας μεγαλώσει. Μεροκάματα εδώ κι εκεί και κέντημα όλη τη νύχτα σκυμμένη πάνω από τη λάμπα. Παππούδες δεν είχαμε είχαν πεθάνει στον πόλεμο, και οι θείοι και θείες μας ήταν πιο φτωχοί από εμάς και ζούσαν στο χωριό οπότε τους βλέπαμε σπάνια, γιατί τότε δεν υπήρχε ούτε τρόπος ούτε χρόνος να μετακινηθεί κανείς από το ένα μέρος στο άλλο..

Αν δεν είχε τη συνδρομή της γειτονιάς, την αλληλεγγύη,  που εκείνα τα χρόνια τα μεταπολεμικά ήταν περισσότερο ανεπτυγμένη από τα  σημερινά χρόνια, δεν θα τα είχε καταφέρει.

Επίσης.. ήταν επίτευγμα ότι και οι τρεις μας τελειώσαμε το δημοτικό ..

 Έπειτα με το κέντημα που είχαμε μάθει από τη μάνα γίναμε κεντήστρες και μπορέσαμε να επιβιώσουμε. Η μεγαλύτερη αδερφή μου η Φρόσω στα δεκαέξι παντρεύτηκε με προξενιό και έφυγε για την Αμαλιάδα. Δεν μαθαίναμε νέα της και η μάνα συχνά ανησυχούσε. Η προξενήτρα μας είπε κάποια στιγμή πως ήταν καλά και είχε κάνει δίδυμα. Αυτό μόνο τίποτε άλλο.. Διεύθυνση δεν ξέραμε και γράμμα από εκείνη δεν λάβαμε ποτέ.. Έτσι ήτανε οι εποχές εκείνες.. Χανόμαστε  μεταξύ μας  και αυτό ήταν κάτι αναπόφευκτα φυσικό.

Η Ρορώ εκείνο το χειμωνιάτικο πρωί που ήρθε στο σπίτι μας, κρατούσε στα χέρια της τρεις φωτογραφίες και φορούσε ένα πλατύ πλατύ χαμόγελο..

Έφτιαξα τον καφέ τους και καθώς πήγαινα το δίσκο, έριξα μια κλεφτή ματιά στα χέρια της Ρορώς.

Εκείνη τις τράβηξε απότομα από μπροστά μου. Πρόλαβα μόνο να δω πως στις φωτογραφίες υπήρχαν  αντρικές φιγούρες..

Η μητέρα μου με κοίταξε αυστηρά και με έστειλε στην κουζίνα.

«Πήγαινε να κεντήσεις..» μου είπε αυστηρά.. «πρέπει να παραδώσουμε τη δουλειά μέχρι το Σαββάτο»..

Υπάκουσα κι αποχώρησα γεμάτη ερωτηματικά. Τι δουλειά είχε η μητέρα μου με τους άντρες αυτούς; Και γιατί δεν με άφηνε η Ρορώ να τις δώ;

Κι επειδή η περιέργεια είναι από καταβολής κόσμου βασανιστικό συναίσθημα, έπεσα στα γόνατα και περπάτησα με τα τέσσερα από την πόρτα της κουζίνας μέχρι το καθιστικό τρυπώνοντας πίσω από τον καναπέ για να κρυφακούσω.

«Είναι ευκαιρία για την Ελένη σου…» της είπε η Ρορώ.. «και οι τρεις είναι ξετρελαμένοι μαζί της.. ο ένας είναι καλύτερος από τον άλλο, και όμορφοι άντρες ε;»

«Μα… λίγο μεγάλοι δεν είναι για την Ελένη μου; Μια σταλιά κορίτσι είναι. Μόλις έκλεισε τα δεκάξι.. Η Ελπίδα δεν τους άρεσε; Αυτή είναι η πιο μεγάλη. Το σωστό είναι να πάρει εκείνη πρωτιά.. Έπειτα η μικρή είναι χρυσοχέρα, προκομένη, αν φύγει αυτή δύσκολα θα τα βγάλουμε πέρα με τα έξοδα..»

«Τι να σου πω Μαρία μου..» είπε η Ρορώ.. «Την Ελπίδα ούτε που την κοίταξαν τους πέφτει μεγάλη φαίνεται..»

«Μεγάλη; Ούτε τα εικοσιτρία δεν έχει κλείσει.. για τ’ όνομα του θεού..»

«Γούστα είναι αυτά Μαρία μου..» Είπε η Ρορώ και πήρε το φλιτζανάκι στα λεπτοκαμωμένα της δάχτυλα.

«Δεν ξέρω… θα σου πω..» απάντησε η μάνα μου σκεφτική.

«Σκέψου το ..Μη καθυστερείς όμως..» επέμεινε η Ρορώ.. «Υπάρχουν κι άλλες πορτοκαλιές.. Τι τύχες τις καλές δεν τις προσπερνάμε και δεν τις κλωτσάμε Μαρία μου…»

Δεν ήθελα να ακούσω κάτι περισσότερο. Είχα καταλάβει τι γινόταν. Την εποχή εκείνη τη μεταπολεμική δεν ήταν μόνο η οικονομική μετανάστευση η πληγή της οικογένειας. Πολλά κορίτσια «παζαρεύονταν» κι έφευγαν για την ξενιτιά να βρουν την τύχη τους,.. στην κυριολεξία. Κάποιες κοπέλες ευτύχισαν να συναντήσουν κάποιο αξιόλογο αγόρι που ήθελε να κάνει οικογένεια. Κάποιες άλλες, οι περισσότερες μάλλον, ζευγάρωναν σαν τις γάτες με αρσενικά αρκετά μεγαλύτερης ηλικίας χωρίς να ερωτηθούν, χωρίς να το θέλουν. Αυτό το είχαν βαφτίσει αποκατάσταση, και τύχη..

Οι Έλληνες μετανάστες που βρίσκονταν στις ξένες χώρες, δεν είχαν καμία τύχη με ντόπιες γυναίκες. Προτιμούσαν άλλωστε «παπούτσι από τον τόπο τους» γιατί αυτό το παπούτσι ήταν του χεριού τους.  Έτσι είχε δημιουργηθεί ένα άτυπο δίκτυο με «προξενήτρες» που χρησιμοποιώντας  φωτογραφίες, αλλά και χωρίς αυτές πολλές φορές,  κάνανε τα προξενιά, με το αζημίωτο φυσικά. Η φτώχια, η δυσκολία να παντρέψουν χωρίς προίκα τα κορίτσια τους, η συναισθηματική σκληρότητα που υπήρχε τα χρόνια εκείνα, οδηγούσαν τις οικογένειες στις λύσεις αυτές.

Αμέσως μόλις έφυγε η Ρορώ μπήκα σαν σίφουνας στο καθιστικό και στάθηκα μπροστά στη μάνα μου με τα χέρια στη μέση..

«Τι φωτογραφίες ήταν αυτές μάνα;» την αιφνιδίασα..

«Δεν κατάλαβα; Τι τρόπος είναι αυτός; Πήγαινε γρήγορα στο κέντημα.. Πρέπει να τελειώσουμε..» μου απάντησε  με έντονο ύφος.

«Γαμπροί είναι αυτοί; Για μένα μάνα; Και για την Ελπίδα; Δεν ντρέπεσαι να μας παζαρεύεις; Νόμιζα πως μας αγάπαγες, πως δεν είμαστε γραμμάτια για εξόφληση όπως έλεγε ο μακαρίτης ο άντρας σου..»

Την είδα να σηκώνεται με πολύ θυμωμένο ύφος και ένα ζυγισμένο χαστούκι έπεσε σαν αστραπή στο πρόσωπό μου.

«Να.. για να μάθεις να σηκώνεις ανάστημα στη μάνα σου παλιοθύληκο. Να μάθεις να μαζεύεις το στόμα σου.. ακούς εκεί.. ο άντρας σου.. από πότε μωρή

σταμάτησες να τον λες πατέρα;;»

Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα.

«Αυτό δεν θα γίνει ποτέ..» είπα κι έτρεξα προς την πόρτα..

Βγήκα στο δρόμο και πήγα κατευθείαν στο σπίτι της Σμαραγδής. Τη βρήκα να κεντάει παρέα με την αδελφή μου.

«Εντάξει..» μου είπε η αδελφή μου.. «Δεν είναι τόσο τρομερό.. Πολλά κορίτσια κάνανε την τύχη τους με τον τρόπο αυτό..»

«Ωραία τότε.. Πάρτους εσύ..» ούρλιαξα..

«Αν με θέλουν γιατί όχι.. Έτσι κι αλλιώς για το ράφι προορίζομαι,  χωρίς προίκα και πάνω από τα είκοσι.. Όμως εσύ γιατί φωνάζεις; Εσύ έχεις το Θοδωρή.. Θα σε αφήσει ο Θοδωρής να φύγεις; Πήγαινε βρες τον και κείνος θα σε ορμηνέψει τι να κάνεις. Τον έχω δει πως σε κοιτάζει.. Έλα τώρα το ξέρω ότι κάτι τρέχει μεταξύ σας, χωριό που φαίνεται…» είπε τέλος η αδελφή μου και με κοίταξε στα μάτια με νόημα.

«Έχει δίκιο..» Συμπλήρωσε η Σμαραγδή.. «Πήγαινε βρες τον. Στο καφενείο είναι τον είδα πριν που είχα πάει στο φούρνο..»

Χωρίς να χάσω χρόνο έτρεξα προς το καφενείο και άρχισα να κόβω βόλτες απ’ έξω μέχρι που τον είδα να σηκώνεται.

Κατευθύνθηκα στο γεφυράκι εκεί που βρισκόμαστε στα μικρά αθώα ραντεβού μας και ανταλλάσσαμε ντροπαλά φιλιά κι αναστεναγμούς.  Αμούστακο αγόρι ήταν ακόμα ο Θωδωρής και δούλευε στο ξυλουργείο του πατέρα του περιμένοντας να γυρίσουν τα αδέρφια του από το στρατό για να πάει αυτός.

«Η μάνα μου» του είπα μου προξενεύει έναν από τη Γερμανία..

«Γερμανό;» είπε με αποστροφή.

«Όχι μωρέ τι λές; Πως σου ήρθε; Έλληνας μετανάστης.. Προξενιά είναι, δεν έχεις ακούσει γι’ αυτά;»

«Ναι.. το ξέρω.. Πριν μια εβδομάδα έφυγε η ξαδέρφη μου η Βαγγελιώ για την Αυστραλία..»

«Αυστραλία;» είπα με ορθάνοιχτο το στόμα. «Στην άλλη άκρη του κόσμου..»

«Και; τι σκέφτεσαι να κάνεις;» Με ρώτησε κοιτάζοντας με στα μάτια.

«Ότι μου πεις..» αποκρίθηκα χωρίς να κατεβάσω το βλέμμα μου.

«Εγώ; Τι να σου πω;.. Δεν μπορώ να κάνω κάτι.. Ούτε να σε κρατήσω μπορώ. Είμαι μικρός ακόμα..»

«Νόμιζα πως μ’ αγαπάς..» είπα με παράπονο

«Κι αν σ’ αγαπώ τι; Μπορώ να σε πάρω; Μπορώ να σου υποσχεθώ κάτι; Άλλωστε…»

«Άλλωστε;» ρώτησα κι ένα χέρι μάγκωσε την καρδιά μου..

«Μέχρι να πάω και να γυρίσω από φαντάρος; Ποιος ζει ποιος πεθαίνει.. Μη περιμένεις από εμένα τίποτα.. καλλίτερα να το αφήσουμε εδώ.. Ήθελα να σου το πω , έτσι κι αλλιώς.. τώρα που ήρθε και αυτή η περίπτωση.. μη σου κόβω την τύχη..» είπε ψυχρά..

Δεν πίστευα στ’ αφτιά μου. Που ήταν ο τρυφερός Θοδωρής, το αγόρι που μου έφερνε κόκκινες παπαρούνες, που η καρδιά του φτερούγιζε σε κάθε μου άγγιγμα και που μου έταζε να μ’ αγαπάει για πάντα; Ο Θοδωρής που μέχρι να με κάνει να του ρίξω ματιά, να τον προσέξω, χάλασε δυό σόλες παπούτσια για να με ακολουθεί στους περίπατους και σ’ όλα τα  πήγαινέλα στο σχολείο και στην αγορά. Ο Θοδωρής που μούλεγε πως ζήλευε τη Σμαραγδή γιατί την αγαπούσα περισσότερο από αυτόν.

Τον κοίταξα με ένα βλέμμα αποδοκιμασίας και του γύρισα την πλάτη χωρίς κουβέντα.. Μέσα μου γινόταν μάχη.. Τελικά οι άντρες ήταν γουρούνια. Είχε μεγάλο δίκιο η Ελπίδα όταν το έλεγε αυτό..

Γύρισα σπίτι και πήρα μια θυμωμένη απόφαση που σημάδεψε τη ζωή μου.

Διάλεξα στην τύχη ένα από τους τρείς υποψήφιους γαμπρούς, και με άδεια καρδιά μέσα σε ένα μήνα βρέθηκα στο σταθμό Λαρίσης με μια ξύλινη βαλίτσα στο χέρι με δυο τρία κεντήματα για προίκα και το νυφικό μου, που η μάνα μου μου είχε ράψει από λευκό βαμβακερό ύφασμα, κεντημένο με χρυσές κλωστές και δαντέλες που είχε φυλάξει από το δικό της νυφικό..

Την ικέτευσα νάρθει μαζί μου, νάνε στο γάμο μου, αλλά κάτι τέτοιο για την εποχή εκείνη φάνταζε εξωπραγματικό.. Με αποχαιρέτισε με στεγνό βλέμμα δίνοντας μου την ευχή της..

Τώρα που είμαι μάνα, μπορώ να καταλάβω πως ένοιωσε με αυτό τον αποχαιρετισμό η μάνα μου. Μπορώ να καταλάβω πως έσφιγγε τα δόντια να μη λυγίσει και μου κόψει την «τύχη» όπως εκείνη, εκείνα τα χρόνια, την αντιλαμβανόταν.

Τότε όμως που ήμουν ένα θυμωμένο, πεισμωμένο κορίτσι το μόνο που αισθανόμουν ήταν απογοήτευση..

Ο Ζαχαρίας, έτσι λέγανε το γαμπρό,  καμία σχέση δεν είχε με τη φωτογραφία που έδειχνε ένα ντελικάτο νεαρό με στριφτό καστανό μουστάκι. Ήταν ένας χοντρός υποτονικός άντρας πάνω από τριάντα πέντε χρονών, με παχύ μουστάκι, με χαμηλή αυτοπεποίθηση, με δική του επιχείρηση και με οικονομική άνεση που τον έκανε αλαζόνα.

Εγώ ωστόσο συμβιβάστηκα. Παράδωσα χωρίς όρους τα νιάτα μου, τα όνειρά μου τη ζωή μου σε ένα Ζαχαρία και, έζησα κυριολεκτικά στη σκιά του, που κάλυπτε όλη μου την προσωπικότητα, όλη μου την ύπαρξη..

Η μοναδική μου χαρά έγιναν τα τέσσερα αγόρια μου που τα μεγάλωσα με την ελληνική παράδοση, τους έμαθα να μιλάνε ελληνικά και να αγαπούν την πατρίδα..

Στη δύση της ζωής μου, χωρίς το Ζαχαρία, επέστρεψα στο χωριό μαζί με τους γιούς και τις εγγονές μου, που ευτυχώς καμία σχέση δεν έχουν με μένα, καμία σχέση με τις γυναίκες της εποχής μου, τις γεμάτες ανασφάλειες και ενοχικές συμπεριφορές απέναντι σε όλα..

Η αδελφή μου και η μάνα μου δεν ζούσαν πια. Την αδερφή μου τη Φρόσω υποσχέθηκαν τα παιδιά μου πως θα την έψαχναν.

Η Σμαραγδή ήταν ακόμα εκεί. Στο ίδιο σπίτι το πατρικό της. Έμενε μόνη.

 Επέστρεψε κι αυτή πίσω, μετά από ένα καλό γάμο στην Πάτρα και μια όμορφη οικογένεια που δεν την χρειαζόταν πιά..

Η Σμαραγδή που ξανασμίξαμε μετά από τόσα πολλά χρόνια, έμεινε πλέον η μόνη γλυκιά ανάμνηση της εποχής εκείνης..