“Η Μεγάλη Χίμαιρα” του Μιχάλη Καραγάτση
“Η Μεγάλη Χίμαιρα” του Μιχάλη Καραγάτση
Γράφει η Αθηνά Χριστοδούλου
Διαβάζοντας τη Μεγάλη Χίμαιρα, του Μ. Καραγάτση
Η Μεγάλη Χίμαιρα, του Καραγάτση, γραμμένο το 1936 είναι ένα από τα αριστουργήματα της σύγχρονης, αλλά κλασικής πλέον, ελληνικής λογοτεχνίας. Είναι όμως και μια βαθιά τομή στην ανθρώπινη ψυχή, μια ψυχαναλυτική εξερεύνηση των πιο κρυφών πτυχών του εσωτερικού κόσμου της ηρωίδας. Με γλώσσα λιτή αλλά παράλληλα πλήρως προσεκτική και με, σχεδόν ποιητικό ύφος, το βιβλίο του Καραγάτση, οδηγεί τον αφηγητή στα άδυτα της ανθρώπινης ψυχής και στα μύχια της σκέψης της, σε μια εποχή που η έκφραση των συναισθημάτων και δη, των γυναικείων συναισθημάτων, δεν τολμούσαν να έρθουν στην επιφάνεια, πόσο μάλλον να βρουν ανταπόκριση από την υπόλοιπη κοινωνία.
Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, ο Καραγάτσης ταξιδεύει στη Σύρο, παρασύροντας μαζί του και τον αναγνώστη, έστω και νοητά. Ακολουθώντας τις γλαφυρές περιγραφές του συγγραφέα, περιπλανάται αθόρυβα στα όμορφα στενά του νησιού, στους μεγαλοπρεπείς χώρους δεξιώσεων της καλής κοινωνίας, στα πλούσια σαλόνια των αρχοντικών σπιτιών, στην όμορφη χώρα του νησιού με τους δυσπρόσιτους αλλά πάντα φιλόξενους δρόμους και στα σπίτια των γειτόνων που ποτέ δεν είναι απλοί θεατές, αντίθετα, σχεδόν πάντα, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, επηρεάζουν την πλοκή και δομούν τα ψυχογραφήματα των ηρώων επιβεβαιώνοντας τον κανόνα ότι η ελληνική κοινωνία ήταν, είναι και θα είναι πανταχού παρούσα, βάζοντας το «λιθαράκι» στη διαμόρφωση της ατομικής πορείας.
Την ιστορία, λίγο πολύ, την γνωρίζουμε όλοι. Η πρωταγωνίστρια, η Ζαννέτ, μια όμορφη γυναίκα από τη Γαλλία, κουβαλώντας ένα μεγάλο παιδικό τραύμα από τη μητέρα της που δεν την αφήνει συναισθηματικά ελεύθερη για πολλά χρόνια, έχει μάθει μια ζωή να κυνηγάει το άπιαστο. Την ευτυχία της. Από μικρό παιδί ήξερε πως πρόκειται για ένα κυνήγι θησαυρού το οποίο, πολύ πιθανόν, να μην έφτανε ποτέ στο τέλος του. Ώσπου γνωρίζει τον Έλληνα Γιάννη Ρεΐζη ο οποίος καταφέρνει να την απελευθερώσει και να την κάνει να αγαπήσει και να απολαύσει τη ζωή, όπως της αξίζει. Ακολουθώντας τη μεγάλη της αγάπη, καταλήγει ερωτική μετανάστρια στη Σύρο. Εκεί, βρίσκει τον εαυτό της ανακαλύπτοντας τις ομορφιές της Ελλάδας, την οικογενειακή ζεστασιά που ποτέ δεν ένιωσε, τη φιλοξενία, την αγάπη και τη φροντίδα. Εκεί, γίνεται για πρώτη-και τελευταία φορά- μάνα, εκεί ερωτεύεται τον άντρα της, τον αδερφό του άντρα της, αναγνωρίζει τα βαθιά και πιο τρομακτικά της συναισθήματα, την όρεξή της για ζωή, τον ενθουσιασμό της για τη μεγάλη αγάπη, τη ζήλεια, τον φθόνο, τις τύψεις. Η Σύρος γίνεται το μέρος όπου ανακαλύπτει κάθε απόκρυφη πτυχή του πολύπλευρου εαυτού της αλλά και των ανθρώπων γύρω της.
Η Ζαννέτ ερωτεύεται τον αδερφό του άντρα της. Από μόνη της αυτή η φράση, ακόμα και σήμερα εγείρει πολλές σκέψεις, κυρίως αρνητικές. «Καλά, πώς είναι δυνατόν να νιώσει έλξη για αυτόν τον άνθρωπο; Είναι ο αδερφός του άντρα της. Το στεφάνι της δεν το σκέφτεται; Την κόρη της; Ο κόσμος τι θα λέει στο νησί όταν το μάθει;» Αυτές δεν είναι οι πρώτες σκέψεις που ήρθαν στο μυαλό όλων μας όταν το διαβάσαμε; Κι όμως όχι. Ο Καραγάτσης καταφέρνει, σχεδόν αβίαστα, να μας τραβήξει έξω από τα όρια της συντηρητικής ηθικής και να μας τοποθετήσει στη θέση της ηρωίδας η οποία προσπαθεί να βρει τον εαυτό της μέσα από ένα ταξίδι με εκατοντάδες συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα. Ο αναγνώστης γίνεται «σύμμαχος» της ηρωίδας, ακόμα και την εποχή που γράφτηκε. Για την ακρίβεια, η επιτυχία αυτού του εγχειρήματος έγκειται στο ότι ο αναγνώστης, βιώνει όλα τα συναισθήματα της ηρωίδας, προτού καν τα διαβάσει στις σελίδες του βιβλίου, κάτι σαν «συναισθηματική προοικονομία». Ίσως αυτό είναι και ο λόγος που η Ζαννέτ έχει στο πλευρό της τον αναγνώστη και όχι απέναντί της. Γιατί τον βάζει στη θέση της και βιώνει όσα βιώνει και η ίδια.
Ο Καραγάτσης, το 1936 κατάφερε να δώσει μια μπουνιά στο πατριαρχικό ελληνικό κατεστημένο και να γράψει ένα βιβλίο που ακόμα και σήμερα κόβει την ανάσα στον αναγνώστη με μια ιστορία ακόμα κι αν αυτή δεν είναι αληθινή. Δεν πρόκειται για ένα ανάλαφρο βιβλίο για να περάσει ξεκούραστα το Σαββατοκύριακο. Και γιατί να είναι άλλωστε; Πρόκειται για μια ενδελεχή μελέτη και ανάλυση των συναισθημάτων που, σχεδόν, απαιτεί την απόλυτη εγκεφαλική και πνευματική προσήλωση του αναγνώστη, πράγμα που με το πέρασμα των σελίδων, δεν είναι καθόλου δύσκολο να επιτευχθεί. Με τη σοκαριστική αλλά ρεαλιστική πλοκή, ο συγγραφέας στέλνει, έστω και υπόγεια, δυναμικά και ριζοσπαστικά μηνύματα για την πατριαρχία, τη γυναικεία καταπίεση και τη συναισθηματική απελευθέρωση.
Αθηνά Χριστοδούλου

