ΑΡΘΡΑ-ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Η ζωή και το τραγικό τέλος του ζωγράφου Νικολά ντε Σταλ

Η ζωή και το τραγικό τέλος του ζωγράφου Νικολά ντε Σταλ

Γράφει η εικαστικός Μαίρη Τριβιζά

Η ζωή και το τραγικό τέλος είχαν επισκιάσει για δεκαετίες το έργο του μεγάλου
ζωγράφου και ο κόσμος της τέχνης επιχειρεί να ερμηνεύσει ξανά το έργο του.

“Parc des Princes”, το 2019 , ο διάσημος πίνακας του Ντε Στάλ , που πουλήθηκε από
τον οίκο Christie’s για 20 εκατομμύρια ευρώ.
Το αριστουργηματικο αυτό έργο, φιλοτεχνήθηκε το 1952 , ενώ παρακολουθούσε
έναν ποδοσφαιρικό αγώνα με τη γυναίκα του , στο γήπεδο Πάρκ ντε Πρένς.
Επηρεασμένος από την ένταση του παιχνιδιού, όλη τη νύχτα, βρισκόταν στο
εργαστήρι του, περνώντας την εμπειρία του, μέσα από τα χρώματα.
«Η ζωή είναι τόσο θλιβερή χωρίς τη ζωγραφική. Όσο είμαι ακόμη ικανός, κάνω ό,τι
μπορώ», έλεγε, αλλά αυτό κράτησε τόσο λίγο, αφού στα 41 χρόνια, όσα έζησε , πριν
δώσει ο ίδιος τέλος στη ζωή του.

Στα έργα του Στάλ δεν υπάρχει a priori αισθητική.
Παραμένει ανεπηρέαστος από τις μόδες και τις διαμάχες της εποχής του, διαλύει τα
πάντα και ξεκινά από την αρχή.
Ανατρεπτικός και ανικανοποίητος , επιδιώκει να κάνει μία τέχνη με πυκνό νόημα,
πέρα από την παραστατικότητα ή την αφαίρεση.
Γεννημένος ως Νικολάι Βλαντιμίροβιτς Στάλ φον Χόλσταιν στην Αγία Πετρούπολη,
παιδί Ρώσου βαρόνου, στα πέντε χρόνια του , πήρε το δρόμο της εξορίας μαζί με την
αριστοκρατική οικογένειά του, δύο χρόνια μετά την Ρωσική Επανάσταση, με
προορισμό την Πολωνία. Το 1922 , καταλήγει με τις αδελφές του στις Βρυξέλλες,
μετά τον θάνατο των γονιών του. Εκεί σπουδάζει εσωτερική διακόσμηση στην
Academie de Saint-Gilles

” Marine la nuit”, 1954

“Agrigente”, 1953

 

“Parc des Princes” , 1952

“Les Mouettes”, 1955

“La Lavandou”, 1952

“Marseille”, 1954

Σπούδασε πλάι σ’έναν δάσκαλο , που τον πήγαινε εκδρομές με ποδήλατο στη δυτική
Ευρώπη. Στις Βρυξέλλες , ανακάλυψε τον Ρούμπενς και τον Βάν Ντάικ, τον
Ρέμπραντ και τον Σέγκερς στο Άμστερνταμ. Τον Σεζάν , τον Ματίς και τον Μπράκ
στη νότια Γαλλία. Στην Ισπανία ανακαλύπτει τον Βελάσκεθ και τον Γκόγια.
Αντιγράφει τον Σαρντέν και τον Ντελακρουά στο Λούβρο. Σχεδιάζει , αντιγράφει
και ζωγραφίζει τα δικά του έργα, αναπτύσσοντας σιγά σιγά μία καριέρα, που θα
μπορούσε να θεωρηθεί μία συνειδητή , αλλά ευχάριστη διαμάχη με τους ιστορικούςκαλλιτεχνικούς προκατόχους του.
Το 1938 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι κι άρχισε να εργάζεται στο ατελιέ του Φερνάν
Λεζέ, όπου βυθίζεται στην ιστορία της τέχνης,
Η ζωή του είναι αναπόσπαστη από την κατανόηση του έργου του, ωστόσο όσοι
βλέπουν τα έργα του, μαγεύονται χωρίς καν να τον γνωρίζουν. Ενας ταξιδευτής του
κόσμου, μεταφέρει στην τέχνη του τις εμπειρίες του, απόδειξη ότι η τέχνη είναι
σπουδαία.
Στο εργαστήρι του, μεταβάλλει συνεχώς τα εργαλεία, τις τεχνικές και τα σχήματα.
Του αρέσει να δουλεύει ταυτόχρονα σε πολλούς καμβάδες, τοποθετώντας στρώματα
μπογιάς και αλλάζοντας τους διαδοχικά. Αυτό το παχύ στρώμα χρώματος (impasto),
έχει μία φανταστική διαφάνεια, αιωρούμενο ανάμεσα στην αναπαράσταση και την
αφηρημένη ιδέα που μαρτυρά το βαθιά προσωπικό και εκφραστικό του έργο.
Το 1936 , κάνει την πρώτη του έκθεση με εικόνες και ακουαρέλες βυζαντινού ρυθμού
στην Galerie Dietrich et Cie των Βρυξελλών.
Το 1939 μπαίνει στη Λεγεώνα των Ξένων και το 1941, αφού αποστρατεύτηκε,
μετακομίζει στη Νίκαια. Εκεί γνωρίζει μία κοινότητα καλλιτεχνών ,τον Ζάν Άρπ, τη
Σόνια και τον Ρομπέρ Ντελονέ, τον Αλμπέρτο Μανιέλι και τον Χένρι Γκέτζ, που τον
επηρεάζουν και εμπνέεται τους πρώτους αφηρημένους πίνακες.
Στη Ναζιστική Κατοχή , επιστρέφει στο Παρίσι με την οικογένεια του, περνά
δύσκολα, γνωρίζει όμως την γκαλερίστα Αν Μπουσε, συμμετέχει σε ομαδικές
εκθέσεις και κάνει την πρώτη ατομική του έκθεση στη Gallerie l’ Esquisse. Η φιλία
του με τον Ζόρζ Μπράκ που τον στήριζε, τον οδήγησε στο πρώτο Salon de Mai και
στο Salon d’ Automne της ίδιας χρονιάς.
Το 1946 , μετά τον θάνατο της γυναίκας του, ενώ εδραιώνεται η φήμη του και αποκτά
οικονομική άνεση, δουλεύοντας πια σε μεγαλύτερο στούντιο, η προσωπική του
κατάσταση τον επηρεάζει και κλονίζεται ο ψυχισμός του.
Γύρω στο 1950 , οι πίνακές του τραβούν την προσοχή του κόσμου της τέχνης και
γίνεται παγκόσμια γνωστός. Προς το τέλος της ζωής του, επιταχύνει τους ρυθμούς
παραγωγής , αφήνοντας πίσω 1.100 πίνακες.
Στις 16 Μαρτίου 1955, σε ηλικία 41 ετών, πέφτει από την βεράντα του διαμερίσματος
του στην Αντίμπ.
Αινιγματικός έως και σήμερα παραμένει ο θανατός του, εμφανώς καταθλιπτικός ,
σκεφτόταν συχνά την αυτοκτονία.
Ο τελευταίος πίνακας του, «Les Mouettes» – οι γλάροι- αναλύεται και συζητιέται
ξανά και ξανά. Σκεφτόταν ίσως την φυγή , όταν τους ζωγράφιζε; Στο επίκεντρο της
ιστορίας του βρίσκονται τα έργα ενός μεγάλου ζωγράφου κι όσο απομακρυνόμαστε
από την προσωπική του μυθολογία, μπορούμε να εκτιμήσουμε καθαρά την δύναμη
του χρωστήρα του.
Πληροφορίες : Beaux Arts magazine, Guardian , Centre Georges Pompidou, Musee
d’art modern , Thyssen – Bornemisza National Museum.

Μαίρη Τριβιζά-Εικαστικός