Η Βαγγελίτσα του παπά..

Η Βαγγελίτσα του παπά.
Η Ιστορία που μπορείτε να διαβάσετε ή να ακούσετε, είναι αληθινή.
Τα ονόματα και οι τοποθεσίες είναι φανταστικά για ευνόητους λόγους..
Κάθε φορά που έμπαινα στο Ηot Tsili μέσα μου γινόταν μια τρομαχτική αλλαγή.
Ούτε μια μέρα δεν μετάνιωσα για ότι έκανα εκεί μέσα.
Το Χοτ Τσιλι, με όλο το σκοτάδι και την αρρώστια που έκρυβε μέσα του ήταν η ισορροπία μου.. και δυστυχώς για μένα ένας σοβαρός λόγος ύπαρξης..
Κάποτε ήμουν ένα μικρό κορίτσι με καστανές πλεξούδες και ροδοκόκκινα μάγουλα.
Ήμουν η Βαγγελίτσα του παπά.
Ζούσα με τον πατέρα μου σε μια μικρή όμορφη επαρχιακή πόλη κοντά στο Βόλο. Ο πατέρας μου ήταν ένα καλός πατέρας, αλλά ένας κακός άνθρωπος. Τον είχαν κάνει κακό όλοι εκείνοι οι συγχωριανοί του που μη έχοντας άλλα ενδιαφέροντα ασχολούνταν με τους άλλους και κυρίως εκείνους που πρόσφεραν το καλλίτερο λόγο για κουτσομπολιό.
Το γνωρίζουν καλά αυτό το χούϊ όσοι έχουν ζήσει στην επαρχία.
Το παρατσούκλι του πατέρα μου ήταν παπάς. Κι εγώ ποτέ δεν ήμουν σκέτα η Βαγγελίτσα ήμουν η Βαγγελίτσα του παπά.
Ο πατέρας μου είχε μια αγνή ψυχή, ήταν καλός άνθρωπος και η επιθυμία του από μικρό παιδί ήταν να γίνει παπάς.
Και θα γινόταν αν δε γνώριζε μια πολύ μεγαλύτερη του Σουζάνα που είχε έλθει για διακοπές στο Βόλο όπου ο πατέρας μου πήγαινε να πουλήσει τα αγροτικά προϊόντα που καλλιεργούσε ο παππούς μου στο μικρό χωριουδάκι που ζούσαν..
Τη Σουζάνα τη γνώρισε στον πάγκο της λαϊκής, όπου αυτή, πήγαινε καθημερινά και προκαλούσε τον νεαρό με τα κάλλη της..
Νέο παιδί ο πατέρας μου, στα ντουζένια του, δεν ήθελε και πολύ να ενδώσει στα τερτίπια της Σουζάνας.
Ένα πρωί μετά από δέκα μήνες ένα μωρό βρέθηκε στο κατώφλι του σπιτιού των παππούδων μου. Ένα μικρό κοριτσάκι που η μάνα του το είχε κάνει κατά λάθος, δεν το ήθελε.. και το άφησε στον πατέρα του με ένα γράμμα αποχαιρετισμού. Τόσο απλά.
Το χωριό αναστατώθηκε. Ο παππάς νόθο παιδί;
Ο παπάς ξεπαπαδίστηκε με τη μία και έγινε πρώτο θέμα συζήτησης.
Η ειρωνεία και ο χλευασμός των χωριανών έκανε τον παππού μου να πάρει την οικογένεια και να μετακομίσει στην πόλη.
Η φήμη όμως μας είχε ακολουθήσει. Για όλους το μωρό ήταν η ντροπή της οικογένειας και ο πατέρας μου δεν είχε πια όνομα, όλοι τον φώναζαν παπά και γελούσαν.
Οι παππούδες μου δεν το άντεξαν όλο αυτό. Πήραν αποστάσεις από τον πατέρα μου και γύρισαν στο χωριό αφήνοντας μας στην πόλη μόνους..
Εγώ μεγάλωσα μέσα στο περιβάλλον αυτό και το είχα συνηθίσει το μπούλινγκ μέχρι που η κατάσταση άρχισε να σοβαρεύει.
Οι «καλοί» οικογενειάρχες της πόλης την έπεφταν στη Βαγγελίτσα του παπά σαν το κορίτσι νάγραφε κάτι στο κούτελο.
Ήμουν όμορφη, πολύ όμορφη, κι έγινα για όλους ο κρυφός πόθος.
Στο μυαλό τους με συνέδεαν με την ελαφρότητα της μάνας μου και αυτό με έκανε στόχο. Μου πέταγαν πρόστυχες λέξεις και κάποιοι πιο τολμηροί με άγγιζαν με κάθε ευκαιρία. Ο πατέρας μου μάλωνε με όλους. Αλλά το στόμα τους δεν μπορούσε να το μαζέψει. Έτσι για να με προστατεύσει αποφάσισε να μη με αφήνει να πηγαίνω στην πόλη.
Πήγαινε αυτός για τα ψώνια και για όλες για τις δουλειές στην πόλη κι εγώ που αναγκάστηκα να σταματήσω και το σχολείο, μαράζωνα στο περιβόλι φροντίζοντας ντομάτες και μελιτζάνες. Όμως δεν παραπονιόμουν, ο πατέρας μου ήταν κατά βάθος καλός άνθρωπος και ζούσαμε μια χαρά οι δυο μας. Η άρρωστη συμπεριφορά των συγχωριανών μου με αηδίαζε έτσι κι αλλιώς..
Ήταν ένα φθινοπωρινό απόγευμα. Ο ήλιος κόντευε να δύσει και ο πατέρας είχε πάει στην πόλη. Κάποια στιγμή άκουσα το σκύλο να γαβγίζει και πετάχτηκα έξω πιστεύοντας ότι επέστρεψε ο πατέρας μου.
Δεν ήταν όμως ο πατέρας μου. Ήταν ο Λουκάς, ο γιος ενός γλοιώδους Αντώνη που με παρενοχλούσε συχνά με πρόστυχα υπονοούμενα. Είχε έρθει με δυο φίλους του φοιτητές από την Αθήνα που τέλειωναν τις διακοπές τους και θα έφευγαν.. Μύριζαν έντονα αλκοόλ..
«Μπαμπά!» φώναξα καθώς έβγαινα πιστεύοντας πως επέστρεψε ο πατέρας μου.
«Ο παπάς είναι στην εκκλησία» γέλασε ο Λουκάς.. «Τον είδαμε με τον εφημέριο να πίνει τσίπουρα.. Μας έστειλε να σε προσέχουμε..»
Το βλέμμα του δεν μου άφηνε καμία αμφιβολία για το τι σχεδίαζαν οι τρεις αυτοί νεαροί οι οποίοι φαίνονταν να έχουν πιει..
Χωρίς να πω καμία κουβέντα γύρισα απότομα κι έτρεξα προς το σπίτι. Δεν πρόλαβα όμως να φτάσω και ο Λουκάς με άρπαξε από την κοτσίδα. Με έριξαν κάτω και σαν λυσσασμένα σκυλιά γελώντας μου τραβούσαν τα ρούχα ενώ ο Λουκάς μου είχε κλείσει το στόμα τόσο δυνατά που μου έκοβε την ανάσα.
Πρέπει να έχασα τις αισθήσεις μου γιατί όταν συνήλθα βρισκόμουν στο κρεββάτι μου. Κούνησα τα πόδια και τα χέρια μου. Ήμουν καλά.. Όμως με φρίκη η μνήμη μου ήλθε απότομα. Πετάχτηκα πάνω. Θεε μου, Ο πατέρας μου; Είχε έλθει; Τους σκότωσε; Που ήταν ο Λουκάς και οι άλλοι;
Κρύος ιδρώτας με έλουσε. Άρπαξα τα κλειδιά και τρέχοντας κατευθύνθηκα προς την χωροφυλακή. Αυτή τη φορά δεν θα τους τη χάριζα. Θα έκανα καταγγελία. Αρκετά πια!
Όταν έφτασα στο τμήμα είδα τους χωροφύλακες να κρυφογελούν καθώς με κοίταζαν.. Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα.. Με πλησίασε ο Νικολής που τον είχαν εκεί παραπαίδι για βοηθητικές δουλειές. Ήταν λίγο καθυστερημένος και τον τραμπούκιζαν πολύ και αυτόν γι’ αυτό είχαμε αλληλεγγύη.
«Ο.. ο παππάς είναι μέσα..» μου είπε σχεδόν ψιθυριστά και μου έδειξε το κρατητήριο..
Μπήκα σαν σίφουνας.
«Που είναι ο πατέρας μου..» ούρλιαξα.. «Θέλω να κάνω καταγγελία στο Λουκά του Χαρίτου και τους φίλους του..» είπα με στόμφο.
Ο χωροφύλακας με κοίταξε με ουδέτερο ύφος.
«Σας παρακαλώ.. να δω τον μπαμπά μου…» τον ικέτευσα αλλάζοντας ύφος..
Με οδήγησε σιωπηλός στο κελί.
«Μπαμπά…» Φώναξα με δάκρυα στα μάτια.
Ήρθε ως τα κάγκελα και με κοίταξε με ένα βλέμμα που δεν ξέχασα ποτέ.
«Να φύγεις» μου είπε. «Να πας στην θεία σου τη Σοφία στη Θεσσαλονίκη.. Δεν αξίζει αυτός ο κόσμος τη συχώρεσή μου.. Καταράστηκα αυτό τον τόπο.. Μας βασανίζουν τόσα χρόνια. Θα με κάνανε φονιά…»
Πάγωσα.. Τον κοίταξα στα μάτια με τρόμο..
«Όχι..Δεν τους σκότωσα..» με καθησύχασε. «Τους είχα δει που με κοιτούσαν και κρυφομιλάγανε. Kατάλαβα πως κάτι είχαν στο νου τους, Θεέ μου ίσα που πρόλαβα.. Θα σου έκαναν κακό.. Κοριτσάκι μου.. Βαγγελίτσα μου» είπε, έβγαλε τα χέρια του από τα σίδερα κι έπιασε τα δικά μου.
«Τον χτύπησα στο κεφάλι με ένα κούτσουρο. Ευτυχώς δεν τον σκότωσα. Θα πάω όμως φυλακή…»
«Τι;» Διαμαρτυρήθηκα με τα μάτια γεμάτα παράπονο και δάκρυα. «Εσύ θα πας φυλακή; Όχι αυτοί; Όχι πατέρα.. θα τους κάνω καταγγελία, πήγαν να με βιάσουν..»
«Δεν πρόλαβαν όμως.. Και δεν μπορούμε να αποδείξουμε τίποτα. Ο Λουκάς ήδη είπε πως εσύ τους κάλεσες..»
«Εγώ; « ούρλιαξα..
«Μη φωνάζεις» μου είπε ψιθυριστά.. «Φύγε και κάνε αυτό που σου είπα. Αν μείνειs μόνη θα σου κάνουν κακό.. Μη με σκέφτεσαι εμένα. Θα μείνω λίγο στη φυλακή,.. Μετά θα έρθω να σε βρω στη θεία σου. Το υπόσχομαι.. Ξέρεις που έχουμε τα χρήματα.. Φύγε σήμερα κιόλας. Άκουσες; Μη το κάνουμε χειρότερο..»
Έγνεψα ναι. Δεν είχα φωνή.. Το άδικο έπνιγε τη φωνή μου. Από μικρό κοριτσάκι με παρενοχλούσαν και τώρα μου πήρανε τον μπαμπά μου, με διώχνουν από τον τόπο μου. ΄Όμως ο πατέρας μου είχε δίκιο. Τους φοβόμουν. Φοβόμουν το άδικο γιατί τόχα κάνει ένα με την ύπαρξη μου. Καλλίτερα να φεύγαμε.. Καλλίτερα έτσι παρά να κάνουν τον πατέρα μου φονιά..
Γύρισα στο σπίτι χωρίς να κοιτάζω τα βλέμματα που με παρακολουθούσαν και τα ψιθυρίσματα που έφταναν χυδαία μέχρι τα αφτιά μου.
Μισούσα τους ανθρώπους. Δεν ήθελα να ξέρω κανέναν..
Η θεία μου η Σοφία έμενε στο Μπουρνάζι.
Ζούσε με μια φτωχική σύνταξη από τον άντρα της σε ένα μικρό σπιτάκι με αυλή και στο μοναδικό της δωμάτιο ζούσαν επίσης πέντε γάτες..
Το σπίτι μύριζε άσχημα αλλά υπήρχε πολύ αγάπη και ηρεμία. Η ζωή σε να δωμάτιο με μια τουαλέτα για τρεις οικογένειες που ζούσαν στην ίδια αυλή ήταν δύσκολη. Αλλά η καλοσύνη της θείας μου σκέπαζε όλα τα δύσκολα. Για πρώτη φορά δεν έβλεπα πάνω μου κολλημένα βλέμματα, σχόλια, ειρωνείες και μισόλογα για τη μάνα μου και μένα που.. το μήλο είχε πέσει κάτω από τη μηλιά, που κουνιόμουν προκλητικά, και που μπορεί και να μην ήμουν παιδί του πατέρα μου αλλά γύρευε ποιου… Περπατούσα στη γειτονιά και κανείς δεν ασχολούταν μαζί μου. Τι ωραίο..
Μου έλειπε όμως ο μπαμπάς μου. Ο ήρωάς μου. Έφαγε τρία χρόνια φυλακή για σωματικές βλάβες, ποινή που μπορούσε να εξαγοράσει αλλά δεν είχαμε χρήματα.. Έτσι πήγε στη φυλακή.. θα τον περίμενα όμως και θα συνεχίζαμε στην Αθήνα ήσυχοι τη ζωή μας. Έψαχνα ήδη για δουλειά. Όλα θα ήταν καλά..
Το χτύπημα για μένα ήταν μεγάλο όταν ο πατέρας μου έπαθε πνευμονία μέσα στη φυλακή και πέθανε..
Σώθηκε με μιας η καλοσύνη από τη καρδιά μου. Στέρεψε η ανοχή μου για τους ανθρώπους που φταίξανε για το θάνατο του πατέρα μου. Από εδώ και μπρος θα ήμουν αμείλικτη.. Του το υποσχέθηκα την ώρα που τον αποχαιρετούσα..
Έκλεισα τα δεκαοχτώ δουλεύοντας σκληρά σε ένα εργοστάσιο με υφάσματα. Συνέχιζα να ζω με την θεία μου μέχρι την ενηλικίωση μου που θα έβαζε μπροστά τα σχέδια μου.
Όταν έκλεισα τα δεκαοχτώ, μέσα σε μια μέρα από Βαγγελίτσα έγινα Λόλα. .
Νοίκιασα ένα μικρό διαμέρισμα στα Εξάρχεια και το επίπλωσα με τα χρήματα που είχα συγκεντρώσει δουλεύοντας διπλές και τριπλές εξοντωτικές βάρδιες.
Στο Hot Tsili εύρισκα το θύμα μου.. ήταν ένα must στέκι της Αθήνας και μάζευε πολύ τον «καλό» κόσμο.
Όλων των ειδών άντρες με τριγύριζαν, και.. γυναίκες επίσης.
Το πλούσιο μπούστο, τα κατακόκκινα προκλητικά χείλη, τα αθώα μου μάτια, και τα καστανά σγουρά μαλλιά μου ήταν μαγνήτης.
Η αλήθεια είναι ότι δεν χρειάζεται ιδιαίτερη προσπάθεια για να ξεμυαλίσεις ένα σιτεμένο αρσενικό που διψάει για επιβεβαίωση..
Από το Hot Chili τους οδηγούσα στο διαμέρισμά μου.
Εκεί υπήρχε μια κάμερα στο φωτιστικό της κρεβατοκάμαρας η οποία κατέγραφε κάποιες από τις συγκλονιστικές μας στιγμές.. Στιγμές τις οποίες άφηνα κατά λάθος να διαρρεύσουν στο περιβάλλον του άπιστου..
Οι θαμώνες του Hot Chili αναζητούσαν κατά κανόνα κάτι το διαφορετικό. Ένα τρίο, ένα όργιο, μια ομόφυλη σχέση. Πράγματα που άνετα κατέκριναν στην καθημερινή τους ζωή, και που ήταν έτοιμοι να πάθουν εγκεφαλικό αν το έκανε η κόρη ή ο γιό τους, η αδελφή ή ο αδελφός τους.
Οι άνθρωποι είναι πάντα πρόθυμοι να καταδικάσουν στους άλλους, ότι οι ίδιοι ενδόμυχα θα ήθελαν να είναι ή να κάνουν..
Κι εγώ η Βαγγελίτσα του παπά, τους εκδικούμαι με το να ξεμπροστιάζω τους άπιστους στην οικογένεια, στη δουλειά, το μικρόκοσμό τους, ελπίζοντας ότι θα νοιώσουν στο πετσί τους το μπούλινγκ που αβασάνιστα κάνουν σε κάθε ευκαιρία. Τους εκδικούμαι για αυτό που έκαναν στον πατέρα μου.. Και δεν έχω καμία τύψη για τη δυστυχία που τους προκαλώ..
Θέλω να νοιώσουν όλα τα βλέμματα πάνω τους να τους δικάζουν και να τους περιγελούν.. Έτσι όπως ακριβώς το έκαναν σε μένα τη Βαγγελίτσα του παππά..
Έτσι ακριβώς όπως το έκαναν στον πατέρα μου που έγινε αποδιοπομπαίος τράγος γιατί ερωτεύτηκε τη λάθος γυναίκα, στον πατέρα μου που μεγάλωσε το παιδί του μόνος με ένα τεντωμένο δάχτυλο να τον δείχνει διαρκώς.
Έγινα η δικαιοσύνη που δεν υπάρχει για τους αδύναμους, η δικαιοσύνη που πράγματι είναι τυφλή και κουφή μπορώ να πω..
Είμαι η Βαγγελίτσα του παππά που έγινε Λόλα… και ελπίζει πως ίσως κάποτε να ξεχάσει, να γιατρευτεί, να συγχωρέσει.. και ίσως τότε να ξαναγίνει η Βαγγελίτσα κάποιου που να την αγαπά..
ΓΕΩΡΓΙΑ ΣΤΑΥΡΙΑΝΕΑ

