Δυο Γερμανοί στο Παγώνι..Αληθινές Ιστορίες..Γεωργία Σταυριανέα
Δυο Γερμανοί στο Παγώνι.. Αληθινές Ιστορίες..
Αφήγηση: Γεωργία Σταυριανέα
Η ποθητή η µεγάλη µέρα είχε φτάσει. Αχ..η “µεγάλη η ευλογημένη µέρα” που στα παιδικά µας όνειρα έπαιζε σχεδόν κάθε νύχτα, σαν βάλσαµο για τον πονοστόµαχο που είχαµε, ή από το βασανιστικό γουργουρητό της πείνας, ή από κάποια βρωµιά που είχαµε φάει ωµή για να χορτάσουµε την πείνα µας.
Ναι.. µε θυµάµαι να τρώω άγριες µολόχες µαζί µε τον Άγγελο και τη Μαρία. Να γεµίζουµε τις χούφτες µας ξυλοκέρατα και να τα µασουλάµε σαν τις κατσίκες. Πείνα ήταν αυτή κι εµείς παιδιά απερίσκεφτα.
Ο Άγγελος που ήταν και πιο ζωηρός είχε µόνιµο πονόκοιλο, “σουρδί” όπως το έλεγε ο θείος Νεκτάριος, κάθε που τον έβλεπε να τρέχει στον απόπατο.
Δύσκολα χρόνια. Παρ’ όλα αυτά είµαστε ζωντανοί, ζούσαµε για το σήµερα και αγωνιούσαµε για το αύριο, είχαµε ελπίδα, είχαµε όνειρα.
Ξέραµε πως ο κατακτητής κάποια µέρα θα φύγει. Θα ξεκουµπιστεί ξαφνικά όπως ξαφνικά µας κατσικώθηκε. Και δεν είχαµε άδικο, γιατί η µέρα αυτή έφτασε ενα πρωί. Το άκουσα µέσα στον ύπνο µου. “Ματίνα οι Γερµανοί φεύγουν” είχε πει ο πατέρας µου. “Το Παγώνι γιορτάζει, η Ελλάδα γιορτάζει”…
Το Παγώνι χωρίς να το παινευτώ ήταν και είναι το οµορφότερο χωριό του νησιού. Άσε για τους κατοίκους. Ψυχούλες.
Από τότε, ακόµα και σήµερα μπορώ να πω.
Φασαρία ακούστηκε στο χωριό. Τρεχαλητά, λόγια παντού, φόβος και χαρά συνυπήρχαν.
Κάποιοι Γερµανοί ήταν πραγµατικοί καταχτητές, απρόσωποι, βίαιοι, άκαρδοι.
Κάποιοι όµως ήταν άνθρωποι, είχαν καλοσύνη, απλά ήταν στρατευµένοι σε µια παράλογη ιδέα με την οποία κατά βάση διαφωνούσαν, και το έδειχναν σε κάθε περίπτωση.
Οι πρώτοι, οι καταχτητές δηλαδή, φεύγανε µε θυµό καταστρέφοντας ότι βρίσκανε µπροστά τους, φεύγανε και άφηναν το φαρµάκι τους να σκορπίζεται στην ατµόσφαιρα σαν υπόσχεση ότι “δεν τελειώσαµε”… Και ναι..Ανάθεµά τους πάλι µπροστά µας βρίσκονται.
Εκείνο το πρωί θυµάµαι πως βγήκαµε µε την Αγγελικούλα την αδελφή µου στο δρόµο. Την κρατούσα σφιχτά από το χέρι προσπαθώντας να καταλάβω αν ότι έβλεπα ήταν “απελευθέρωση” όπως την έλεγαν οι µεγάλοι… Στους δρόµους υπήρχαν µικροσυµπλοκές. Οι Γερµανοί έφευγαν, αυτό ήταν βέβαιο. Οι Έλληνες είχαν ξεχυθεί στους δρόµους µε την ψυχή ανάλαφρη αλλά στο πίσω µέρος του µυαλού τους η αµφιβολία έπαιζε πάντα το δικό της παιχνίδι. Είχε τελειώσει; Πόσο σίγουρο ήταν;
Τα τρεχαλητά που ακούστηκαν στον πίσω δρόμο δεν έμοιαζαν µε φυσικά.
Ασυναίσθητα και ενστικτωδώς τράβηξα την Αγγελικούλα στην άκρη και κρυφτήκαµε πίσω από ενα βαρέλι.
Σσσ.. της είπα. Τσιµουδιά…καθώς είδα τα µεγάλα µαύρα µάτια της να µε κοιτάζουν µε απορία.
Κρατούσε η µικρούλα το χέρι µου σφιχτά, τόσο σφιχτά που τόνοιωθα ένα µε το δικό µου.
Ο φόβος είχε µπει για τα καλά στην ψυχή µας τόσα χρόνια κατοχής.
Ήταν κάτι σαν δεύτερη φύση. Η Αγγελικούλα σχεδόν γεννήθηκε µέσα σε αυτόν. Φαντάζομαι πως δεν τον “καθάρισε” ποτέ από μέσα της.
Τελικά είχα δίκιο. Το τρεχαλητό που ακούστηκε ήταν από γερµανική µπότα. Τον γνώριζε αυτόν τον ήχο η ψυχή µου, τον αναγνώριζε η καρδιά µου, κάθε φορά που σαν τρελή βεβαίωνε την παρουσία της χτυπώντας δυνατά όταν τα γερµανικά περίπολα κυνηγούσαν κάποιον πατριώτη µέσα στα πλακόστρωτα του χωριού μας για να ακολουθήσουν πυροβολισμοί , και κλάματα.. Μπροστά τρεχαλητό, κυνηγητό, και αµέσως µετά ριπές, σιωπή, θάνατος.
Με έκπληκτα µάτια και βαθιά ευχαρίστηση, αυτή τη φορά είδα πατριώτες να κυνηγούν Γερµανούς που έτρεχαν πανικόβλητοι στο στενό. Ήταν άοπλοι, µε τα ρούχα τους µισοφορεµένα, δείγµα ότι πιάστηκαν κυριολεκτικά στον ύπνο. Πίσω τους τρέχανε ο Μιλτιάδης και ο Σίµος, παλληκάρια τότε αµούστακα. Τους είχαν στο κατόπι και φώναζαν… ούστ Γερµαναράδες…
Με την άκρη του µατιού µου, είδα τους Γερµανούς να ανεβαίνουν το µισογκρεµισµένο τοιχίο του απέναντι σπιτιού και να σκαρφαλώνουν µε τρόµο στη σκεπή. Έπειτα ακούστηκε ένας κρότος, και µετά πνιχτές φωνές πόνου. Οι Γερµανοί είχαν πέσει µαζί µε την σκεπή που κατέρρευσε από το βάρος καθώς το σπίτι ήταν ερειπωμένο πολλά χρόνια. Βγήκα από την κρυψώνα µου µε την Αγγελικούλα κρεµασµένη στο πόδι µου. Πλησίασα δειλά στην πόρτα του σπιτιού και είδα τους δύο άνδρες ξαπλωµένους στο πάτωµα, µε µατωµένο πρόσωπο να µε κοιτάζουν στα µάτια µε δέος. Αυτό το µπλε βλέµµα ποτέ δεν το ξέχασα µέχρι σήµερα. Να, έτσι κλείνω τα µάτια µου και το βλέπω µπροστά µου. Πίσω µου στάθηκαν λαχανιασµένοι ο Μίλτος και ο Σίµος. Εδώ είναι, είπα διστακτικά κι έδειξα τους άνδρες που ήταν πεσµένοι στο πάτωµα. Οι Γερµανοί κάρφωσαν µε το βλέµµα τους τα δύο παλληκάρια. Δεν είπαν λέξη.
Ο Μίλτος κοντοστάθηκε. Κοίταξε το Σίµο. Μίλησαν µε τα µάτια, και συµφώνησαν.
Ο Μίλτος άπλωσε το χέρι στον πεσµένο άνδρα που βρισκόταν µπροστά από ένα σπασµένο καθρέφτη και τον βοήθησε να σηκωθεί. Τον είδα που στάθηκε στα πόδια του. Αίµατα έτρεχαν από το µέτωπό του. Το ίδιο έκανε και ο άλλος. Αµούστακα τροµαγµένα παιδιά ήταν κι αυτοί, θύµατα ενός παράλογου πολέµου.
Ο Μίλτος τον χτύπησε στην πλάτη και γύρισε προς το µέρος µου. Με πήρε µια αγκαλιά µαζί µε την Αγγελικούλα που είχε σταµατήσει να τρέµει, και περιεργαζόταν µε τα περίεργα παιδικά της µάτια τους δύο Γερµανούς.
Στο µυαλό µας οι Γερµανοί ήταν θηρία, καταχτητές. Και ήτανε θηρία, αλλά όχι όλοι, προφανώς.
Ο Σίµος έριξε µια µατιά στους δυό στρατιώτες. Τέλειωσε, τους είπε στα ελληνικά, ακούµπησε την άκρη του χεριού του στο µέτωπο σαν να τους χαιρετούσε στρατιωτικά, και µπήκε µέσα στην αγκαλιά µας οδηγώντας µας προς το δρόµο.
Τέλειωσε, πάει.. τέλειωσε! Είπε και σε µας και χαθήκαµε στα στενά του χωριού µε προορισµό την πλατεία…
Είχαν περάσει πολλά πολλά χρόνια από τη µέρα εκείνη. Δυό καλοντυµένοι γερµανοί περπατούσαν στο Παγώνι γυρεύοντας πληροφορίες για την Αγγελικούλα και τον αδελφό της. Ήταν οι δύο Γερμανοί που γύρισαν πίσω μετά από χρόνια για να ευχαριστήσουν τους Πωγωνιώτες που τους χάρισαν τη ζωή.

